Τετάρτη 1 Απριλίου 2009

Τετάρτη 1 Απριλίου 2009 3










Ο Πονοκέφαλος

eimaityxeros@gmail.com






Αφιερωμένο
σε κάποια πράγματα που δύσκολα αλλάζουν...
Σ΄ αυτούς που φεύγουν με υποσχέσεις πως θα ξαναγυρίσουν...
Στους πονοκέφαλους του αγνώστου τριαντατριάχρονου αποτυχημένου υποψήφιου μάρτυρα μιας σύγχρονης θρησκείας...
Στους φανταστικούς φίλους που φτιάξαμε μικροί...
Στην Κατερίνα που ήθελε να γίνει μούσα και της κάνω τη χάρη...






1.Άντε να κάνεις καμιά αρχή...

Γεννήθηκες άτυχος. Μεγάλωσες. Όλοι είπαν πως ήσουν κανονικός. Δεν ήσουν. Γνώρισες την ήττα των λέξεων. Γέλασες τόσο, έκλαψες τόσο, μέχρι το σημείο που πια δεν έχει σημασία για κανέναν. Πάντα φοβάσαι. Ο φόβος είναι σταθερός σαν τη θερμοκρασία σου. Δεν αποτελείς καμιά ξεχωριστή περίπτωση παρόλο που η εντροπία σου τείνει να μηδενιστεί. Είσαι η χρυσή τομή της μετριότητας. Δεν σου αρέσει η γυμναστική αλλά παρακολουθείς καμιά φορά κάνα αγώνα από την τηλεόραση. Σου αρέσουν οι γυναίκες με ωραία σώματα.
Δεν ήσουν ο καλύτερος μαθητής αλλά ούτε και ο χειρότερος. Ήθελες πάντα να ‘σαι πάντα κάποιος από τους δύο αλλά το στερείσαι. Σαν να ζεις Μοναστηριακά. Περνάς τη ζωή σου για ημιτονοειδή συνάρτηση. Μετράς τις εκπλήξεις με τη ραθυμία σου. Σου είναι ευχάριστο να ετεροπροσδιορίζεσαι στις παρέες για να μην καταντάς βαρετός για τον εαυτό σου. Έχεις σκεφτεί το θάνατο όλων αυτών που αγαπάς και για έναν ακαθόριστο λόγο βγαίνεις κερδισμένος. Στο τέλος επιστρέφεις χαμένος. Είσαι ένας μόνιμος επιβάτης, ένας τακτικός επισκέπτης.
Ποτέ δεν πήρες σοβαρά το θάνατό σου. Μάλλον φοβάσαι περισσότερο από όσο νομίζεις. Εξάλλου μικρός φοβόσουν το σκοτάδι πιο πολύ από οτιδήποτε. Κατουριόσουν στον ύπνο σου. Δεν ήσουν ο γιος του φωτός αλλά μάλλον χέστης.
Τώρα περπατάς πολύ ακούγοντας μουσική παρόλο που σου αρέσει περισσότερο να κάθεσαι και να παίζεις. Μια ηρωική έξοδος από τη ζωή θα φέρει το πολύ πολύ κανένα δάκρυ σε κανέναν για καμιά ώρα σε καμιά κούφια συζήτηση. Οι ήρωες σου είναι όλοι επαναστάτες, τραγουδιστές, ζωγράφοι, επαναστάτες νεκροί. Αρχίζεις να τους μοιάζεις με τη ζωή που κάνεις. Βέβαια δεν έχεις τίποτα να αφήσεις πίσω σου. Ίσως και να μην θέλεις μιας και η μετριότητα σου χάρισε μια υπέροχη ζυγαριά. Αναμερίζεις πάντα για να περάσουν οι υπόλοιποι. Είσαι το άχρηστο υπόλοιπο μιας κοινωνικής και προσωπικής διαίρεσης. Η πλάκα είναι ότι ήσουν πάντα καλός στα μαθηματικά και αυτό σου είχε δημιουργήσει τη ψευδαίσθηση ότι θα είχες κάποιο ρόλο διαιρέτη στη ζωή, στη χειρότερη περίπτωση διαιρετέου.
Δεν χωνεύεις ώρες ώρες τα άντερά σου. Ξυπνάς, κοιμάσαι και όλα τα ίδια μένουν. Κάνεις κάποιες ατέρμονες σκέψεις με θεμέλια κάποιες επιθυμίες που μοιάζουν με προσευχές σε θεούς που έχουν πεθάνει και βιολογικά στις μνήμες των ανθρώπων. Είναι πολύ θλιβερό το γεγονός. Ψήγματα της μιζέριας σου γίνονται χιονόνερο στους κοντινούς ανθρώπους αλλά οι ερωτήσεις τους γεννιούνται για να στηρίξουν απλά αυτό το γαμημένο σημείο στίξεως. Δεν αρέσει σε κανέναν αλλά όταν άρχισαν οι παρέες στην ανθρωπότητα εμφανίσθηκε. Αυτό το «δούναι και λαβείν» είναι που το τρέφει. Αυτό το παζάρι, το αλισβερίσι θα είναι για πάντα η τροφή που ενηλικιώνονται τα ερωτηματικά.
Όλα αυτά υπήρχαν στο μυαλό σου Έφηβε. Αυτά τα ξωτικά φτιάξανε το φανταστικό φίλο σου. Εμένα. Δεν περίμενες ποτέ ότι θα φτάσω στο σημείο να μην σε καταλαβαίνω, να σου αντιτίθεμαι συνεχώς, να σε μισώ. Εξάλλου εσύ με δημιούργησες. Έλα όμως που το ξέχασες και αυτό. Δεν συμφωνούμε πουθενά πια. Ο ένας είναι το ανυπέρβλητο εμπόδιο του άλλου. Η ιστορία μου είναι πιο ωραία να ειπωθεί σκέφτεσαι κάποιες μέρες αλλά δεν αποφάσισες ποτέ να την πεις σε κανέναν. Ακόμη και εγώ θα σε έλεγα τρελό αν το έκανες.




2.«Ένας Μάγκας στο...»

Γεννήθηκα μεταλλαγμένος. Στην αρχή ήμουν δελφίνι, μετά αστροναύτης καρτούν και μίλαγα σαν τον Μποντ, τον Τζέιμς Μποντ που συνεχώς του λένε ΝΑΙ. Είναι φυσική μου ιδιότητα να κερδίζω και το ΄χα πάρει χαμπάρι. Το επιβεβαίωσα ακόμη και πριν το υποτιθέμενο τέλος μου. Προσπάθησες να μου μάθεις τι σημαίνει να χάνω αλλά τη λέξη ήττα δεν την έμαθα ποτέ. Σε ρωτούσα συνέχεια για αυτή όταν την χρησιμοποιούσα για να λύσω τα δικά σου σταυρόλεξα της ζωής. Στην αρχή ήμουν κολλητός σου, εξαρτημένος από εσένα. Δεν μίλαγα σε κανένα παρά μόνο σε ΄σένα. Θεωρούσα τον εαυτό μου υπερβολικά ωραίο για να εμφανίζομαι σε άλλους. Ήμουν κατά των δεσμεύσεων. Αυτό ήταν και η δική σου καταδίκη.
Τα σημάδια ήταν παντού αλλά εσύ κοίταγες το ρολόι σου. Δεν είχες κανένα ραντεβού με τη ζωή αλλά συμπεριφερόσουν έτσι. Τελικά δεν ήλθε. Ήθελες να πεις σε μια κοπέλα ότι σου αρέσει αλλά εγώ δεν σε άφηνα. Τη μία σου αποδείκνυα ότι δεν αξίζουν αυτά που σκέφτηκες, την άλλη σου έλεγα πως εσύ είσαι λίγος. Ήθελες να τσακωθείς με κάτι τύπους που σου τη σπάγανε για κάποιο λόγο αλλά εγώ έπαιρνα το μέρος τους και ήμαστε δύο εναντίον ενός, οπότε κώλωνες και έκανες πίσω. Η ντροπή ήταν πάνω σου σαν γυναικείο φόρεμα σε μια καθημερινή μέρα. Πόσο χάλια ένιωθες μονάχα εσύ το ξέρεις. Γενικά είχες τρεξίματα με το σχολείο, το φροντιστήριο και αυτή η απόσταση μας έκανε και τους δύο συντηρητικούς και αγαπησιάρηδες. Τα βράδια μιλούσαμε λίγο πριν κοιμηθείς και γενικά τα βρίσκαμε. Τα προβλήματα ξεκινούσαν στις διακοπές και σε κάτι τυχαία διαλείμματα μοναξιάς που έβρισκες. Εκεί η πολύ συζήτηση μαζί μου σε οδηγούσε σε καυγά, μετά σε ρώταγαν όλοι «τι έχεις» και γινόσουν ακόμα χειρότερα. Αφού ήταν προφανές ότι δεν ήθελες να το πεις τι στο διάολο ασχολούταν μαζί σου και σε ρωτάγανε συνεχώς;
Τα χρόνια περνούσαν και η κατάσταση χειροτέρευε. Ευτυχώς η κοινωνία είχε μεριμνήσει να τρέχεις για λόγους που ακόμα δεν έχεις καταλάβει διαφορετικά οι μάχες που έκανες μπορεί να ήταν θανάσιμες και για εσένα. Μετά από κάποια βράδια άγριων μαχών βρήκες το μυστικό όπλο που θα σου έδινε τη νίκη σε αυτό τον πόλεμο. Το άκουσες τυχαία από κάτι γνωστούς σου όταν λέγανε ότι ο ένας είναι ο καλύτερος φίλος του αλλουνού. Βρήκες και εσύ ένα φίλο, του είπες για τον πόνο και την κούραση από τις μάχες που δίνεις καθημερινά και παρόλο που κατάλαβες ότι κάτι ξέρει για αυτό μάλλον έκανες κάτι εκτός κοινωνικού πρωτοκόλλου και τον έχασες. Με τη δεύτερη προσπάθεια όμως τα κατάφερες. Ήσουν πολύ τυχερός και μάλλον είσαι ακόμα. Άλλοι ακόμα προσπαθούν. Ο φίλος σου σε κατανοούσε αλλά εσένα δεν σε ένοιαξε και πολύ αυτό. Το θέμα είναι ότι από εκείνη τη στιγμή εγώ, ο κύριος Μποντ δεν σε παρενόχλησα ποτέ. Με σκότωσες μάλλον αλλά δεν ήσουν πολύ σίγουρος ότι κέρδισες. Πάντως καινούριες μέρες χαράχτηκαν μπροστά σου και περιμένανε να τις κάνεις ότι γουστάρεις. Ήταν επιλογή για την πάρτη σου να κάνεις φίλους, παρόλο που θα μπορούσες να θριαμβολογήσεις και εσύ σαν έφηβος για το τίποτα. Εγώ πάντως παρόλο που είμαι μόνιμος μελλοθάνατος έγραψα κάθε κίνηση που είχε αξία και περίμενα υπομονετικά πίσω από τα μάτια σου.


3.Η τύχη και η Μοναξιά...
Ήσουν νέος και ωραίος. Ήσουν το κάτι άλλο. Δεν πολυπίστευες στο θεό, δεν παρακολουθούσες τα θρησκευτικά και ούτε καταλάβαινες τα της εκκλησίας, οπότε δεν μπορούσες και να εξηγήσεις την τύχη σου. Κέρδισες πιο συχνά από τους άλλους στα παιχνίδια και άρχιζες να πιστεύεις ότι είσαι καλύτερος από τους άλλους. Οι φίλοι σου δεν το πήραν και πολύ καλά. Αλλά εσένα δεν σε ένοιαζε. Τα είχες καλά με τον εαυτό σου και αυτό είχε σημασία. Τα άλλα σου περισσεύανε. Που να ήξερες ότι καμιά φορά και το περιττό είναι αναγκαίο. Μπήκε στη ζωή σου και το σχήμα της γυναίκας και χωρίς αποδείξεις ισχυριζόσουν ότι είναι το καλύτερο που σου έχει συμβεί. Η φύση δεν ρωτάει για να υπάρξει, φωνάζει μόνο όταν στριμώχνεται. Όμως δεν σου καθότανε και δεν ήθελες να δεχτείς την ατυχία σου. Είχες και αρνητική πείρα από φανταστικούς φίλους και έτσι βρέθηκες σε ένα μεγάλο δίλημμα. Έπρεπε κάτι να κάνεις, δεν ήθελες να χάσεις, έλεγες «δεν ξέρω τι σημαίνει ήττα» και άλλα τέτοια αμερικάνικα λόγια παρόλο που εγώ ως Τζέιμς Μποντ ήμουν πάντα πιστός στην Βασίλισσα της Αγγλίας.
Μέσα σε αυτά τα μεγάλα λόγια, λίγο πριν κάψεις το βασιλιά καρνάβαλο εαυτό σου, ήλθαν οι νόμοι της αγοράς και ακουγόταν σαν «Ωσαννά» στο μυαλό σου. Έπρεπε κάτι να πουλήσεις για να έχεις αγοραστική δύναμη. Να λειτουργήσεις ως φυσιολογικός άνθρωπος, ως καταναλωτής. Πούλησες τους φίλους σου για να αγαπήσεις περισσότερο τον εαυτό σου, σαν να σε έπεισε μια φτηνή διαφήμιση καλλυντικών. Πάλι στάθηκες τυχερός. Η τύχη δεν σε εγκατέλειψε ποτέ. εμένα ούτε καν με σκέφτηκες.
Ένας φίλος σου έλεγε «η τύχη είναι μια πόρνη και προαγωγός αυτής ο τζόγος» αλλά εσύ κοιτούσες πως να του βρεις καλή τιμή. Σιγά μην τον άκουγες. Τότε κέρδισες το βραβείο. Τη μοναξιά. Ωραία γκόμενα. Δεν την συνηθίζεις ποτέ .Πρέπει να μην έχει μεγάλες προσδοκίες από τον εαυτό της και τους φίλους της. Είναι ιδανική περίπτωση για βιβλίο μετρίου αναστήματος. Ένα βιβλίο για τα χρόνια που δεν έπαιξε, για όλα τα αύριο που θέλησε να γίνουν γρήγορα χθες, για τις μετάνοιες και τις προσευχές που έκανε, για όσα άφησε στη φθορά των ματιών και δεν τόλμησε να πει. Το αργόσυρτο περπάτημα της έχει να κάνει με την απογοήτευση που έχει με όσα κινούνται γρήγορα γύρω της. Το ελαφρύ κύρτωμα του σώματος της μπροστά είναι από το βάρος του μικρού παρελθόντος της και την ντροπή που στολίζει τις ενοχές της. Έχει μνήμη ψαριού και ψυχή υπερτιμημένη. Είναι ωραίο να ξεχνιέται σε παρέες αλλά τόσο τραγικό όταν μένει μόνη της το βράδυ. Τόσο τραγικό.
Τέτοιο βραβείο δεν το περίμενες. Έμεινες μόνος, δεν μπορείς να ξαναμπείς για μάθημα ζωής και ο ίδιος κάνεις τον απουσιολόγο και βάζεις απουσία σε καινούριους εαυτούς που γεννάς για να ανταπεξέλθεις. Μεγάλωσες μάλλον και δεν ήθελες να το καταλάβεις. Από ‘δώ και πέρα τέρμα η χαρά του παιχνιδιού. Για ότι κάνεις θα μετριέσαι και θα ανταμείβεσαι ανάλογα. Μπήκες στο στίβο της ζωής και ήλθε η στιγμή να αποδείξεις πόσο καλά προπονημένος ήσουν.

4.ΑΠΟΥΣΙΑ θέματος αλλά πρέπει να ξεκινήσεις...

Όλα ξεκινούσαν απ’ την ψευδαίσθηση ότι είσαι μονοπώλιο αισθημάτων, μετά υπάρχει κρίση υπερπαραγωγής, τα μέσα δε θέλουν, τα πάνω δεν μπορούν και αλλάζεις... ή πεθαίνεις. Σκοτώνεις τη μοναξιά. Μετά έρχεται η ποίηση που βαπτίζει όμορφα κορίτσια που φτιάξανε μεγάλοι καλλιτέχνες, αυτά χορεύουνε για σένα με εξαίσιες μουσικές και μαθαίνεις να το λες το «θα σ' αγαπώ για πάντα» σκεφτόμενος εκείνο που κάπου πήρε το μάτι σου και σου το έλεγα και εγώ μια στο τόσο, το «θα σε ξεχνάω κάθε μέρα». Έτσι, παρόλο που η μοναξιά ήταν σκοτωμένη καλόγρια που της άναβες κάνα κεράκι, αρχίζει και βρικολακιάζει, στοιχειώνει τις παρέες. Για αυτό πίσω από ένα γεια σου στοιχίζεται η σιωπή από λόγια ανείπωτα, ωραία, σαν μουσικές παύσεις.
Μετά απ΄ αυτά τα βράδια και τα πρωινά αρχίζουν οι προσευχές σου που είναι το αίμα απ΄ τις πληγές που δεν φαίνονται. Ξυπνά η αγορά. Πουλάς δικαιώματα για να αγοράσεις αμνησία υποχρεώσεων απ΄ τους αρμόδιους και η γκρίνια κράχτης και υγιής αντίδραση. Χάλια μαύρα. Σκέφτεσαι πώς να πειστούν να παίξουν τα παιδιά που από παιδιά γερνάνε; Τι άθλους να κάνουνε για να χτίσουν το μικρό τους όνομα; Από που έρχονται οι ανάγκεςσου ; Και οι επιθυμίες, αχ, οι επιθυμίες τι ωραία που ντύνονται! Δυσκολεύεσαι με τον εαυτό σου και αν έχεις κάποιου είδους αξιοπρέπεια ψηφίζεις εναντίον σου, μένεις μόνος σου, τολμάς να ζεις χωρίς να το μάθει κανείς, γιατί μπορεί να σε καρφώσει ή να σου ζητήσει φιλίες και έρωτες και αλλά τέτοια παλαιολιθικά.
Βλέπεις τηλεόραση, ακούς κανένα τραγουδάκι στο ράδιο, ζεις με τη δυστυχία των άλλων στις εφημερίδες. Κοιμάσαι, ελέγχοντας πάντα δυο φόρες το ξυπνητήρι σου, πάνω σε ένα βιβλίο που νομίζεις ότι ταυτίζεσαι με κάποιον χαρακτήρα του και ξυπνάς ο κος Κόϊνερ μουγκός.
Το πιο πιθανό τέλος των βιβλίων που αφήνεις στη μέση είναι ότι ο χαρακτήρας πεθαίνει ηρωικά και τον θυμούνται όλοι. Είναι και αυτό ένα χάπι. Αφού δεν ζεις όπως θες πρέπει να αποφασίσεις πως και πότε θα πεθάνεις. Η ευχαρίστηση που σου προσφέρει η γνώση ότι δεν είσαι ο μόνος καμιά φορά σε πνίγει γιατί θα ήθελες να είσαι. Το ίδιο πρέπει να αισθανόταν και ο -νούμερο δύο- κυνηγός στις πρώτες παρέες των ανθρώπων. Λες ότι κάτι έχει να κάνει με τη δύναμη και επειδή δεν ξέρεις και πολλά λες «δε γαμιέται» και κάθεσαι να το μάθεις το ρολάκι σου.
Αλλά σε φοβίζει και αυτή η σκέψη σου, την παρατάς και φοβάσαι μην την ξανακάνεις. Προσπαθείς να ξεχάσεις κάθε μέρα. Κάπου εκεί ανάμεσα κάνεις και ένα διάλειμμα να ζήσεις σύμφωνα με το γενικό κοινωνικό οδηγό που έμαθες τόσα χρόνια. Μα αυτό το διάλειμμα που είναι τόσο μικρό έχει καλύτερο συμβόλαιο με το ρολόι σου και μετά παραπονιέσαι για όλα αυτά που δεν θα ζήσεις. Καλμάρεις λέγοντας αν είναι να έλθει θε να ΄ρθει αλλιώς θα προσπεράσει και ό ένας εαυτός σου προσπερνά τον άλλον στην τεράστια ντουλάπα του μυαλού σου που έχεις κρεμασμένα και σιδερωμένα ρούχα για κάθε περίσταση.
Είσαι έτοιμος για όλα. Ασβεστωμένος με τα ανάλογα χούγια, να βάλεις δυναμίτες σε συμπόσια και πρώτος απ΄ όλους να παραδοθείς σε κάθε μπάτσο. Ο δεύτερος ξέρεις πως αυτοκτονεί -τουλάχιστον κοινωνικά- και ο τρίτος αντιμετωπίζει σαν καρκίνο την κακοτυχία του που κάνει μετάσταση στο πρώτο κεφάλαιο ενός επίδοξου βιβλίου που προορίζεται για μεγάλη ποιοτική κατάκτηση και εμπορική επιτυχία. Φυσικά δεν το τελειώνει ποτέ και απαλλάσσει το κόσμο απ’ τη βλακεία του. Τόσες χιλιάδες χρόνια και δεν βρήκε ο κόσμος άκρη με το σύμπαν , θα βρει με τη βλακεία του; Ο χρόνος περνάει, η φύση εκδικείται και έτσι όπως έγινες, σύγχρονος άνθρωπος ξεκινάς.
Προχωράς και ανοίγεις δρόμους και όσους πιάστηκαν από το μανίκι σου τους τραβάς και αυτούς. Χρειάζεσαι επειγόντως ένα δεύτερο κεφάλαιο γνωρίζοντας καλά πως υπάρχει πολύς αδικοχαμένος κόσμος στους προλόγους , στα προοίμια, στα προσχέδια και στους τίτλους που είναι σαν τους τίτλους ιδιοκτησίας. Εκεί με καταδίκασες και εμένα. Λήγουν άδοξα. Ξημερώνες από μόνος την ημέρα και ξεκινάγες.


5.Τι είπες σήμερα, τι έχεις να επιδείξεις ρε μεγάλε;

Όλα τα βλέπεις κάτω από το πρίσμα μιας γενικής θεώρησης των πραγμάτων, ενός δόγματος που σε βοηθά να μην μπερδεύεσαι και χτίζει αυτό το «πίστευε και μη ερεύνα» που είναι χρήσιμα στα δύσκολα προβλήματα γιατί τους βγάζει εισιτήρια για αλλού. Μετατοπίζεις έτσι τις ευθύνες και η μοίρα είναι η καλύτερη σου γκόμενα τότε.
Ο μπάτσος έχει το όπλο, ο συγγραφέας το στυλό, η μάνα το παιδί και ‘συ δεν έχεις τίποτα ή έχεις τα πάντα. Τα πράγματα είναι δύσκολα. Ο κόσμος τρελάθηκε. Συγκινείται κανένας περισσότερο κερδίζοντας στο Λόττο παρά από τη γέννηση των παιδιών του. Αυτό έκανες και εσύ. Αποκτά κάποιος «ειδικά» προνόμια και τα ΜΜΕ - νονοί τα βαπτίζουν δικαιώματα. Βασιλεύουν οι αριθμοί και κυβερνάν τα νούμερα.
«Την απουσία από τη ζωή την κάνουμε δικαιολογία και μετά γίνεται καθολική αλήθεια» λες στους φίλους και αυτοί σου λένε μπράβο με τα μάτια και πίνουν στην υγεία σου γιατί είσαι μάγκας που παλιά τον λέγανε και αριστερό αλλά πια δεν πουλάει πολύ. «Την ηθική δεν τη θέλουμε γιατί μας κάνει να υποφέρουμε και του θεού οι δουλειές πάνε καλά ακόμη χάρη στη σωστή επιχειρηματική κίνηση των εκπροσώπων του στη Γη να αφήσουν το σίγουρο χαρτί της άγνοιας και να ποντάρουν και λίγο στην απόγνωση». Πάλι μπράβο και δώστου και κρασί και μεζεδάκι. Στο τέλος βέβαια ο καθένας θα πληρώσει με τα δικά του κρίματα.
Έτσι, ο καθένας περιφρουρεί τη ραθυμία του με νύχια και με δόντια, εναντιώνεται στην ευφυΐα του. Βέβαια και αυτή τη γκρίνια την πολτοποιείς και περιμένεις πότε θα τη ξεράσεις στο παιδί της γυναίκα σου. Γιατί δεν έχεις αποφασίσει ακόμα αν είσαι πατέρας. Δεν το λες βέβαια. Είσαι ένας μασκαράς εσύ! Τα προβλήματα δεν τελειώνουν. Άντε να ζήσεις και ΄συ σ΄ αυτή τη χώρα. Υπάρχουν και πολλοί σοφοί που έχουν πει μεγάλα πράγματα -λένε τα βιβλία- οπότε εσύ δεν χρειάζεσαι να σκέφτεσαι και πολύ γιατί έχουν όλα ειπωθεί και απαντηθεί. Οπότε χαλαρά. Δεν χρειάζεται η γνώμη σου. Είναι και αυτές οι ερωτικές σου λευχαιμίες, οι συναισθηματικοί όγκοι που έγιναν καψουροτράγουδα από κάτι δαρβινικά πειραματόζωα που κάνουν τους ανθρώπους και χημειοθεραπευτές οι Τρέμω- Πρετεντέρηδες που σε βοηθάν στα πάρτι σου να πνίξεις το καημό σου. Βέβαια για όλα υπάρχει μια απάντηση. Όμως ποιες ήταν οι ερωτήσεις δεν ξέρεις.
«Να κάνω το χαβαλέ μου αλλά να τελειώσω και το πανεπιστήμιό μου, το μεταπτυχιακό μου, να βρω καλή δουλεία μπλα- σωστά είναι αυτά – μπλα -αλλά γιατί πρέπει να κάνω και το μαλάκα στη σχολή, στη δουλεία, στο σπίτι; Τι στο καλό, σετ πάνε αυτά;» είχες πει. Βέβαια για όλα υπάρχει μια απάντηση που δεν της βρήκες ερώτηση αλλά το έριξες το γκομενάκι.
Παράλληλα, ο Εωσφόρος σου κάνει προετοιμασία, έχει καλή ομάδα, (γιατί έχει λεφτά και κάνει μεταγραφές), οπαδούς, κοιτιέται κάθε βράδυ στον καθρέφτη, λέει «are u talking to me» και κατεβαίνει στο πρωτάθλημα κερδίζοντας το κάθε μέρα. Κόλαση. Ο κόσμος θα σαλτάρει, θα πηδάει απ΄ τις ταράτσες και αν είναι ακόμα ΝΔ/ΠΑΣΟΚ κυβέρνηση θα λένε φταίει ο νόμος της βαρύτητας. Βρίσκεσαι σε Αδιέξοδο. Από που μπήκες ρε γαμώτο; Για όλα υπάρχει μια απάντηση. Όμως ποιες ήταν οι ερωτήσεις σου δεν θυμάσαι ακριβώς. Τι τα σκέφτεσαι όλα αυτά, αναρωτιέμαι. Σάμπως έβγαλε και κανένας άκρη;
-Πάλεψε, seize the day, μην σκύβεις το κεφάλι, δεν είσαι μόνος, πάρε τη ζωή στα δυο σου χέρια, αγωνίσου συλλογικά, , make love not war,διεκδίκησε αυτά που σου ανήκουν, βγες ραντεβού, αθλήσου, άκουσε την αγάπη, take the power back, άδραξε την αλήθεια σε μια ψυχή και σε ένα σώμα, μη δίνεις σημασία σε οτιδήποτε, τραγούδα, χόρεψε, ζωγράφισε, μαγείρεψε, βάλε κάθε μέρα τα καλά σου, διάλεξε, κάνε επανάσταση, γίνε άνθρωπος. Είσαι άνθρωπος; Τι ερώτηση είναι αυτή; Και τι κάνει μέσα στις απαντήσεις σου; Ώρες ώρες ούτε εγώ σε καταλαβαίνω. Είναι για να σου μπερδέψει τη σκέψη. Πολλές οι ερωτήσεις. Αλλά για όλα υπάρχει μια απάντηση. Σκέφτεσαι τι, πως, που πάς αλλά στο τέλος δεν βγάζεις άκρη και λες «καλύτερα ξεκίνα. Ξεκίνα ρε!»
Αυτό είναι το γενικό πλαίσιο. Όλα αυτά τα βλέπεις και στο ύπνο σου, περισσότερο Σάββατο βράδυ προς Κυριακή πρωί που δεν έχεις δουλειές και μπορείς εύκολα να κάνεις σχέδια να αποτύχεις. Έχεις και χόμπι. Είσαι χομπίστας, όπως λένε. Τις καθημερινές συνήθως βλέπεις απλά να ξυπνάς και να κάνεις ότι θα κάνεις έτσι και αλλιώς. Σπανίως βλέπεις εφιάλτες πως μια μέρα δεν ξύπνησες στην ώρα σου. Θυμάσαι κάθε όνειρό σου αλλά δεν το λες ποτέ σε άλλους. Αφού είσαι σύγχρονος άνθρωπος.
Κάποιες φορές μιλάς με το μπαμπά σου στο τηλέφωνο. Τον αγαπάς και σε αγαπά. Ποτέ δεν το δείχνετε. Αχνοφαίνεται βέβαια στις οικογενειακές γιορτές που όλα είναι γιορτινά και έχουν σχέση με το καλό φαγητό. Κατά τα άλλα λες ότι πας καλά στη δουλειά για να χαρούν και ίσως να πας στα αλήθεια καλά. Απλά δεν το πιστεύεις. Γενικότερα δεν πιστεύεις σε τίποτα. Απ’ το θεό μέχρι τη γυναίκα σου. Όταν σε πιάνει ο εγωισμός φουσκώνεις και νομίζεις ότι αυτό που υπάρχει γύρω σου είναι διακοσμητικό για τη ζωή σου. Καταντάς βαρετός ακόμη και για το πρώτο σου εαυτό. Οι υπόλοιποι που έχουν κάποια αισθητική και σχέση με τη φιλοσοφία της ομορφιάς σε λυπούνται. Όσο και να το κρύβεις φαίνεται. Αναγνωρίζεται σαν μυρωδιά φαγητού από τους δικούς σου ανθρώπους και τροφοδοτείς τη σκέψη της φυγής τους. Όταν το νιώσεις αυτό γίνεσαι χειρότερος. Σαν να ΄σαι ακόμα στη κοιλιά της μάνας σου 100 χρονών.
Κάνεις τις αξίες σου ανταλλακτικές και αγοράζεις όσο πιο πολλά και φθηνά πράγματα να ασχοληθείς. Είσαι μονίμως μαθητής που φοβάται το σκασιαρχείο μα βαριέται ακόμη και το διάλειμμα. Που θα πάει αυτή η κατάσταση δεν ξέρεις; Δεν βρίσκεις λύσεις; Οι φίλοι σου έχουν δουλειές, ζωές και τα ρολόγια δεν περιμένουν. Που να πεις το βουβό πόνο σου που ώρες ώρες τον συνηθίζεις λες και είναι κάποιου είδους ταλέντο; Πρέπει να αλλάξεις σελίδα, να προχωρήσεις στο επόμενο κεφάλαιο, πρέπει να το πεις κάπου για να το πιστέψεις. Αποφασίζεις να το πεις στο φίλο σου το χοντρό και όχι σε εμένα που στέκομαι φρουρός.
6.Ο χοντρός

Ιδανική περίπτωση. Έχει τόσα πολλά προβλήματα. Σίγουρα περισσότερα από εσένα όποτε σε ακούει τζάμπα και βερεσέ να ξεχαστεί. Ή μάλλον κάνει πως σε ακούει. Εσύ πάλι έχεις άποψη για τα προβλήματα του. Κατά κάποιο τρόπο βολεύεσαι που δεν λύνονται. Μάλλον του αναγνωρίζεις τις αδυναμίες του για να δικαιολογείς τις δικές σου. «Το πρόβλημα του» λες στους υπόλοιπους «είναι ότι είναι χοντρός και δεν αντέχει τη μοναξιά του». Θα πεις μαζί και κανένα αστείο και θα σκοτώσεις την ώρα σου μαζί με την ανθρωπιά σου. Αλλά αφού δεν πειράζει το χοντρό όλα εντάξει. Αυτός πολλές φορές προσπάθησε αλλά δεν τα κατάφερε όπως λέει. Οριοθετεί διαφορετικά την έννοια της προσπάθειας. Παίρνεις το λεωφορείο και κατεβαίνεις κέντρο. Για σένα είναι βόλτα για αυτόν ταξίδι. Ύστερα είναι και τα σεξουαλικά ένστικτα που τον πνίγουν. Έχει ένα γούστο και αυτό σημαίνει χυλόπιτα. Απόρριψη. Αν δεν έχεις γυναίκα είσαι και λίγο αποτυχημένος, λένε πολλοί και αυτό τον αγχώνει. Το φαγητό είναι και αγχολυτικό και άντε να αδυνατίσει ο χοντρός. Κάτω από το πρίσμα του λίπους όλα μοιάζουνε βουνά φαγητού και αυτός αντί να τα ανεβοκατέβει ανοίγει τούνελ με το στόμα του. Υπάρχουν ώρες που γίνεται πολύ ενοχλητικός αλλά είναι και αυτός μια λύση. Του είπες κάτι γενικό σαν φιλοσοφικό θεώρημα ή στρατιωτικό παρατράγουδο του στυλ «δεν τη παλεύω». Αυτός απάντησε «γιατί» και συ περίμενες αυτό το ερωτηματικό για να ικανοποιηθείς. Το έκοψες εκεί χωρίς να καταλάβεις το γιατί.
Βγήκατε και τα ήπιατε ακούσατε ωραία μουσική, κάνατε το προβλεπόμενο για τη μέρα χαβαλέ και γυρίσατε ο καθένας στο πόστο του. Αυτός γεμάτος αλκοόλ ξόρκισε τις ενοχές του θυσιάζοντας κάτι σουβλάκια στο βωμό της κοιλιάς του. Είχε λέει χαλαρή συνείδηση εκείνες τις στιγμές και έπειτα έγινε εισαγγελέας του εαυτού του, τον καταδίκασε πριν κοιμηθεί και κοιμήθηκε. Είδε πάλι σεξ στον ύπνο του και το πρωί τα πράγματα χειροτέρεψαν. Ο αυνανισμός είναι καλό ναρκωτικό αλλά το πρεζόνι θέλει το κάτι παραπάνω και αν δεν το ‘χει το πιάνουν κρίσεις. Κάνει δηλαδή πιο συγκεκριμένο ότι και οι υπόλοιποι άνθρωποι ασθενείς. Κρίσεις υπέροχες για έρευνα ψυχολογίας αλλά ανυπόφορες για τους υπόλοιπους ανθρώπους. Άντε λίγο να αυτοσαρκαστεί για να στανιάρει, να πειράξει καμιά γκόμενα που δεν τρέφει ελπίδες, μέχρι να γράψει στα απομνημονεύματα του. «οι χοντροί δεν μοιάζουν με άντρες αλλά με αρκούδες στις γυναίκες. Στην καλύτερη μοιάζουν με λούτρινα αρκουδάκια. Αγκαλίτσες και φιλιά αλλά για έρωτες ούτε λόγος.». και δίκιο έχει που το σκέφτεται.
Με τόσο ρατσισμό πως να πάει αυτός ο κόσμος μπροστά. Δηλαδή οι χοντροί και γενικότερα λες εσύ οι άσχημοι τι να κάνουν; Να περιμένουν καμιά «σαύρα» να τους ερωτευτεί; Τι δικτατορία είναι αυτή; Της ομορφιάς; Οι γυναίκες νεράιδες, οι άντρες ωραίοι και μυστήριοι, το σεξ θρησκεία και ό κόσμος μια ατελείωτη χαρά. Που τα είδαν αυτά; Από που αποδεικνύουν τη βλακεία τους; Βέβαια θα υπάρχει μια απάντηση αλλά εσένα δεν σε απασχόλησε ποτέ γιατί έχεις σοβαρότερα πράγματα να ασχοληθείς. Για αυτό αφήνεις τον φίλο σου το χοντρό στη μιζέρια του, λες πως είναι χειρότερα από εσένα και γυρίζεις σπίτι να τερματίσεις και αυτή την ημέρα με καλό σκορ το video game της ζωή σου. Από αύριο θα τα ξανασκεφτείς και θα κάνεις καινούρια σχέδια στο μυαλό σου.
Είσαι σίγουρος πως η μεθεπόμενη μέρα σου ανήκει. Κορόιδο που είσαι. Αλλά αφού δεν το ξέρει κανένας εσύ λες πως είσαι γάτα ή γενικά κάποιο ζώο που εκτιμάς. Δεν είσαι φιλόζωος, απλά βαθιά μέσα σου έχεις ανατρέψει τους νόμους περί αρμονίας της Φύσης και ξέρεις πως δεν είσαι η κορυφή της εξελικτικής πυραμίδας. Είναι και αυτό ένα είδος αυτοκριτικής και σοβαρότητας, στοιχεία σημαντικά για να παραμείνεις στο βασίλειο της ζωής και της αναγκαιότητας σαν βασικός παίκτης. Ο χοντρός είναι το χάπι που χρειαζόσουν και εσύ ήσουν ο συνήγορος υπεράσπισης των ενοχών του. Όλα πήγαν καλά. Έτσι πρέπει να είναι οι σχέσεις, καθαρές κουβέντες και αγοραπωλησίες. Δεν κατεβαίνεις στη λαϊκή να αγοράσεις ηλεκτρονικό υπολογιστή αλλά λάχανα. Καλά το σκέφτηκες.

7.Γυναίκα που όταν την βλέπεις...

Σου έρχεται να βγάλεις τα μάτια σου και δεν είσαι ο Οιδίποδας. Ούτε αυτή είναι η μάνα σου. Δεν μπορεί να είναι αληθινή. Υπόσχεται πριν της μιλήσεις μια αρχαία τραγωδία, μια ιστορία που αξίζει να ειπωθεί. Το πως καταφέρνεις να την κάνεις σαπουνόπερα που κόπηκε στη μέση είναι άξιο λόγου. Τη ζυγαριά των αξίων την χρησιμοποιείς απ’ την αρχή, διαλέγεις και την βάζεις πρώτη στην αποθήκη που λες καρδιά. Μετά γεμίζεις την αποθήκη με άχρηστα πράγματα. Έτσι την παθαίνεις πάντα. Μέχρι να τη βρεις ξανά μένεις μόνος και με ακόμα περισσότερα άχρηστα πράγματα στο μυαλό σου.
Τώρα δημιουργείς μια ακόμη πιθανότητα. Ψηλή κομψή, μαυρομάλλα και νέα. Είσαι έτοιμος για πόλεμο με τους εαυτούς που θα σε αποτρέψουν. Κάνεις εντυπωσιακότερο και από σταρ του Σινεμά φλερτ στο μυαλό σου και κάπου εκεί ανάμεσα από το Μποντ, τον Τζέημς Μποντ εαυτό μας, τον Αϊνστάιν και το εξώγαμο του Παύλου Σιδηρόπουλου επιστρέφεις μπροστά της. Όλα όσα σκέφτηκες να πεις σφηνώνουν στον αυχένα, τα μάτια σημαδεύουν το κενό και πριν καταλάβεις τι έγινε προσπαθείς να μαζέψεις αυτά που ξεστόμισες μπας και σώσεις τίποτα. Σιγά μην σώσεις.
Πάλι καλά που και αυτή έχει το δικό της Γολγοθά και είναι και η ανάγκη. Της φάνηκες χαριτωμένος. Μπορεί και να σαι αλλά δεν θες να το πάρεις πάνω σου. Τόσα βάρη κουβαλάς και αυτό θα είναι ακόμη ένα. Περάσατε δύσκολα αλλά τελικά τα καταφέρατε.
Συνεχίζετε να περνάτε δύσκολα και μπορεί και να πέσετε χαμηλότερα. Αλλά η οικογένεια είναι πάνω από όλα. Τις τρέλες σου τις έκανες μαζεμένες. Προβλήματα στην ερωτική ζωή χαράζουν κάθε βράδυ αλλά υπάρχουν λόγοι. Στους φίλους κάνεις ακόμα τον τρελά ερωτευμένο και ανακυκλώνεις την ιστορία που τη γνώρισες. Αυτοί δεν το πολυπιστεύουν αλλά γουστάρουν να την ακούνε. Μπορεί να είναι και χειρότερα αυτοί. Μπορεί να βλέπουν στη γυναίκα τους το αντίδοτο του Βιάγκρα και φτιάχνονται με αυτή την ιστορία. Στο μυαλό σου αυτό είναι μια πειστική θεωρία δεδομένου ότι όταν είστε μόνοι συζητάτε για άλλες ωραίες γυναίκες και γουστάρετε. Η ιστορία σου ξεκινά. «Την είχα δει ένα εξάμηνο πριν γίνει κάτι. Μου φάνηκε τόσο όμορφη. Σαν όνειρο σε πίνακα. Η υπνωτική και πότε πότε νευρωτική της κίνηση ήταν υπέροχη. Γατίσια. Το κορμί της σφριγηλό και το δέρμα της σαν το λευκό χαρτί του ποιητή και του ζωγράφου. Μια υποψία αθωότητας και πονηριάς. Μιά φωνή γεμάτη ροδοπέταλα και αγκάθια. Και αυτά τα μάτια. Μία σκοτεινιά ζεστή σαν νύχτα νιόπαντρου ζευγαριού. Αυτός ο αέρας της, το ντύσιμο της δροσιά καλοκαιριού. Μωρό παιδί...». Δεν μπορούσες να δικάσεις τίποτα επάνω της. Ήταν βέβαια με άλλον και καταπιέστηκες αυνανιστικά να την κρατήσεις σαν περασμένο όνειρο, απομακρυσμένο. Σαν εικόνισμα. Έπειτα έμαθες χώρισε και για σένα παρέμεινε αθώα. Βρήκες το θάρρος και της ζήτησες να βγείτε. Βγήκατε και ενώ είχες σχέδια ονειρικά να κάνεις αλλά απλά ξαναβγήκατε και κάποια στιγμή την φίλησες, της είπες ότι θέλεις να την ξαναδείς και αυτό ήταν όλο. Τα βρήκατε. Έγινες αποτυχημένος ποιητής για πάρτι της και αυτή εκτίμησε την προσπάθεια. Έκανε και το παιδί σου και είναι τόσο γλυκιά. Πιστεύεις πως το μητρικό ένστικτό είναι φυσικό ναρκωτικό για αυτή ακόμα.
Καμιά φορά αναρωτιέσαι πως τα κατάφερες και καμιά φορά λες «εντάξει, δεν είμαι και τυχαίος». Αυτό πιστεύω και εγώ. Αυτό θέλεις να το ακούς και από τους φίλους σου. Είσαι τυχερός πάντως γιατί κερδίζεις συνήθως στα παιχνίδια. Κέρδισες και σε αυτό. Βέβαια εξαρτάται από το πως οριοθετείς κάθε φορά την τύχη σου. Πάντως στους φίλους σου εύχεσαι ευτυχία και εννοείς καλή τύχη. Κάθε μέρα ανακαλύπτεις καινούρια συνώνυμα της δυστυχίας και παρακαλάς να βρεις τη δύναμη να γράψεις κανένα λεξικό και τότε θα τα πιάσεις χοντρά και θα ευτυχήσεις. Και όλα αυτά γίνονται κρέμα στο κεφάλι σου που σιγοβράζει στο μάτι αυτού του κυκλώνα που η γυναίκα σου ονομάζει αγκαλιά.


8.Λεφτά, δουλειές με φούντες και με χούντες.

Είσαι εργαζόμενος. Είσαι ιδιωτικός υπάλληλος άλλα προτιμάς τη φράση στέλεχος επιχείρησης γιατί η πρώτη σου θυμίζει ανίατη ασθένεια. Η δεύτερη σε ψηλώνει όταν την λες στους άλλους. Βέβαια από μέσα σου ξέρεις πώς είναι απλά ένα τραμπολίνο. Όμως δεν είσαι κανένας δεκάχρονος να παίξεις οπότε είσαι και λίγο καταθλιπτικός. Έχεις μια επαναστατημένη σχέση με τη δουλειά σου. Αγαπάς να τη σιχαίνεσαι και σιχαίνεσαι που την αγαπάς. Δεν έχεις ακόμη καταλάβει τι κάνεις και αυτό το μυστήριο είναι που σε κινητοποιεί. Έτσι νομίζεις. Φτιάχνεις θεωρίες ότι δήθεν συμμετέχεις σε κάτι μεγαλειώδες. Σιγά μην είσαι και πράκτορας ή ο Μπρέιν και ο Πίνκυ μαζί! Ο μισθός σου θα ήταν καλός αν πέφτανε οι τιμές όσων δεν χρειάζεσαι αλλά θέλεις για κάποιο λόγο να αγοράζεις εσύ και η γυναίκα σου. Φυσικά όλα αυτά θα ίσχυαν αν είστε αερόφυτα και όχι σύγχρονοι χιμπατζήδες.
Στη ζούγκλα δεν υπάρχουν καθορισμένοι ρόλοι, πολεοδομία, αποχέτευση, σούπερ μάρκετ. Ισχύει ο νόμος του δυνατού και πάνω από όλα της αγοράς, του κέρδους. Εσύ από άποψη στέκεσαι πάνω από τα κέρδη. Τα πατάς σαν εργάτης σε πατητήρι και αυτά γίνονται καλό κρασί στα στόματα αυτών που τα έχουν. Μπράβο επαναστάτη μου. Το αφεντικό σου είναι χούντα και 'συ έχεις ξεκινήσει τον αντιδικτατορικό αγώνα για να πάρεις κάποια στιγμή επάξια την εξουσία να επιδείξεις τα αριστερά σου ένσημα, να φας, να πιεις, να κλέψεις να αγοράσεις πιο μεγάλο αυτοκίνητο και καλύτερο κινητό. Με το ένα θα μειώσεις τις αποστάσεις και με το άλλο θα τις αυξήσεις. Θα οδηγηθείς σε καινούριες ισορροπίες. Αυτό νομίζεις είναι ευγενής σκοπός. Το λες και στους άλλους και το μεταδίδεις. Έτσι είναι. Ζωγραφίζεις ένα στόχο στον τοίχο και κάθε μαλάκας περαστικός τον σημαδεύει με άσφαιρα και σκοτώνει τον εαυτό του.
Να είχες και λίγη φουντίτσα να ξεχάσεις. Αυτολογοκρίνεσαι, ανάβεις ακόμα ένα τσιγάρο και το νιώθεις. Ξέρεις πως αυτό δεν είναι στοιχημένο στη σειρά. Έχει μια μοναδικότητα. Γουστάρεις τον καρκίνο που αναπνέεις και αναζωογονείσαι. Να ήτανε όλα τα τσιγάρα έτσι καλά που θα ήτανε. Αν οι καπνοβιομηχανίες είχαν πιάσει αυτό το αίσθημα -σκέφτεσαι- και το βάζανε σαν τη νικοτίνη και τα άλλα χημικά μες στο τσιγάρο θα πεθαίναμε όλοι στα 30 ευτυχισμένοι. Άλλα που να καταλάβουν αυτά τα νοήματα τα καπιταλόσκυλα. Εσύ είσαι αριστερός για αυτό το σκέφτηκες. Μπας και είσαι και ιδιοφυΐα; Αυτολογοκρίνεσαι και έρχεσαι πίσω στο κόσμο της δουλειάς. Κάνεις μια προσπάθεια να τελειώσεις για να γυρίσεις σπίτι χωρίς έγνοιες. Μετά να πεις ψέματα στη γυναίκα σου πως ήταν δύσκολα στη δουλειά σήμερα και έχεις πονοκέφαλο. Να πιεις ανενόχλητος το ουισκάκι σου και να κάνεις αυτό που σου αρέσει περισσότερο. Να ακούς μουσική και να φαντάζεσαι μια φανταστική συναυλία που πρωταγωνιστείς εσύ. Μονάχα εσύ.


9.Η Συναυλία που έχασε η ανθρωπότητα...

Αναλόγως τη βραδιά επιλέγεις το ρεπερτόριο. Λίγο Φλόυντ, Τρύπες, Σωκράτη, Θανάση, Ορφέα, Στελλάρα κανένα δικό σου για φινάλε για να λιγώσουν τα όργανα. Από κάτω απρόσωπο κοινό με πολύ προσωπικότητα «να πούμε». Μπροστά κάθεται η γυναίκα σου που είναι πιο όμορφη απ’ την αλήθεια και περιμένει Αφιέρωση. Εσύ δεν της χαλάς χατίρι και αυτό το ναζιάρικο φιλάκι που σου στέλνει είναι ναρκωτικό που σε κάνει ροκ σταρ, λαϊκό τραγουδιστή και δεν κρατιέσαι στο μικρό σου πάλκο. Είσαι εμπρηστικός και η συναυλία γίνεται γιορτή και σαν να είσαι μεταξύ φίλων λυσσομανάς και γουστάρεις. Μα ακόμα δεν τα βλέπεις τα πρόσωπα των γύρων σου.
«Καλησπέρα» και ακολουθεί κάτι έξυπνο που σε εντυπωσιάζει που το σκέφτηκες. Είναι η μόνη στιγμή που δεν ψάχνεις κάποιον για να επιβεβαιωθείς αλλά ούτε το λες σε μένα. Τον δημιουργείς και αυτόν. Αρχίζεις τους μονολόγους σου σαν πρωταγωνιστής αρχαίου δράματος και πραγματικά συγκινείσαι. Μιλάς απλά και σύνθετα, χύμα και έξυπνα. Τραγουδάς σαν να σου βγαίνει η ψυχή και το μόνο που σε συγκρατεί είναι η ανάγκη της συνέχειας. Παλμός και αγάπη σε ένα οργασμό και τα παιδιά δίνουν στις νότες που είναι σε γνώριμα και σκοτεινά σοκάκια μια άλλη φωτεινή διάσταση. Γίνεται ξόανο το τραγούδι. Λιτανεία και ένα ξέσπασμα οργισμένο που σκοτώνει τους καημούς. Σκόνες σηκώνονται μπροστά σου και γουστάρεις. Πόσο γουστάρεις. Θέλεις να παίξεις, να χορέψεις μέχρι λιποθυμίας. Και έτσι γίνεται. Είναι ωραία που ξυπνάς στην αγκαλιά γνωστών-αγνώστων και ανάμεσα τους η γυναίκα σου γεμάτη ευτυχισμένη ανησυχία. Λίγο ακόμα. Ένα τραγούδι ακόμα. Στο τέλος υπογράφεις αυτό το -προς στο συμφέρον σου- κοινωνικό συμβόλαιο πως τα καλύτερα τραγούδια δεν έχουν ειπωθεί ακόμη. Όλοι αποχωρούν πολύ γρήγορα και σε αφήνουν σπίτι σου με ένα αδειανό ποτήρι, ένα τασάκι γεμάτο αποτσίγαρα, λίγο γκρίνια της γυναίκα σου αλλά αυτό το φιλί που της δίνεις της υπόσχεται τόσα πολλά που ξεχνάει πόσα είναι. Κάνεις για λίγο ότι θέλεις και θέλει και αυτή και μετά σημειώνετε στο νου σας αυτή τη στιγμή που αξίζει.
Τα κάνει και η γυναίκα σου αυτά όμως σε άλλη γλώσσα. Δεν ξέρεις να τα μεταφράσεις αλλά είσαι σίγουρος πως γίνεται. Σαν το δεύτερο θερμοδυναμικό νόμο. Δεν αποδεικνύεται μαθηματικά αλλά είναι μάλλον απίθανο να καταρριφθεί. Και αυτό το μυστήριο είναι γόνιμο σε αυτή τη σχέση. Αν πάψει να υπάρχει οι γυναίκες είτε βαριούνται και φεύγουν είτε το δημιουργούν, μετά ξεχνούν ότι το δημιούργησαν και το ξαναζούν. Αυτή ίσως να είναι και ή μοναδική σοβαρή ιδιότητα τους που τις ξεχωρίζει από τους άντρες. Είναι και το αιδοίο, τα βυζιά, ή χάρη, η περίοδος αλλά αυτό το μυαλό τους. Απίστευτο. Ευτυχώς που στατιστικά είναι σωματικά πιο αδύναμες γιατί θα σκοτώνανε κάτι τύπους σαν και ‘σένα και θα κρατούσαν τους καλύτερους. Οι γενικοί καθολικοί νόμοι είναι που σε σώζουν. Οι θεσμοί και οι αξίες είναι οι σωτήρες σου. Ανεξάρτητα αν τους λες παράδοση, θρησκεία, ικανότητα, φύση ή οτιδήποτε άλλο.
Στη συναυλία της θέλεις να πιστεύεις ότι είσαι το δεύτερο κεντρικό πρόσωπο. Υποψιάζεσαι ότι είσαι ανυποψίαστος αλλά βολεύεσαι γιατί δεν έχεις όρεξη να πάρεις και άλλα βάρη στη πλάτη σου. Στο τέλος θα σέρνεσαι. Δεν μπορείς να ξέρεις ακριβώς αλλά δεν τη ρωτάς όπως δεν σε ρωτάει και αυτή. Όλα πάνε καλά. Εγώ σε καμάρωνα και ήξερα καλύτερα από εσένα ότι κανένας δεν θα είναι το πρωί παραπονούμενος...

10.Το πρωινό ... άστρο

Καφές. Τσιγάρο. Τσιγάρο και καφές. Μια υπολανθάνουσα κατάσταση. Ακούς λίγο ράδιο, λίγο τηλεόραση για να στανιάρεις και η μέρα είναι μπροστά. Μετά από μια νύχτα φωτεινή που βλέπεις όλα τα στραβά και όλα τα καλά ό ήλιος βγαίνει μα για εσένα απουσία φωτός. Όλα μαύρα τα λες και σήμερα. Ξεκινάς με το μυαλό τέρμα στο γκάζι και τα πόδια ασυντόνιστα στο ρελαντί. Σαν να ζεις σε μια τεράστια γυάλα με νερό αμφιβόλου προελεύσεως. Θέλεις να αναπνεύσεις αλλά δεν μπορείς. Θες να τρέξεις αλλά δεν μπορείς. Θέλεις αλλά δεν μπορείς. Εύχεσαι για το αντίστροφο που σίγουρα είναι ωραιότερο και το λες στο τελευταίο άστρο που χάνεται απ΄ τον ουρανό. «Άστρο θαμπό του πρωινού...» τραγούδαγες στη θέση του Θανάση το προηγούμενο βράδυ και σου ξανάρχεται στο νου σπάζοντας λίγο αυτό τον ατελείωτο πονοκέφαλο. Σε κάνει να πιστεύεις πως δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας εγκεφαλικός τοκετός που φέρνει γέννες και αποβολές ιστορικές για ‘σένα.
Μετά, στην περίοδο της λοχείας μπορείς να δικαιολογήσεις με βάση την παράδοση τη μοναξιά σου. Ο ήλιος βγαίνει να παίξει πριν πάει στη μάνα του και μοιάζει μελανιασμένος. Χθες το βράδυ κατουρήθηκε πάνω του στον ύπνο του και η δύση τον έδειρε. Μετά αυτή το μετάνιωσε που «πήρε πάλι τη ζωή της λάθος και άλλαξε ζωή» και όνομα. Ονομάστηκε Ανατολή και τον άφησε να βγει για να ηρεμήσει. Αυτός γλίτωσε την τιμωρία και ΄συ πρέπει να ανεχτείς τη μονότονη και μίζερη ζωή του που μοιάζει τόσο πολύ με τη δικιά σου. Σαν να ΄στε αδέλφια. Το αίμα νερό δεν γίνεται και θέλει δουλειά πολύ να απαρνηθείς την οικογένεια σου για να επιλέξεις άλλη.
Διαβάζεις την εφημερίδα σου. Γελάς. Φαντάζεσαι τι θα έλεγαν τα ζώδια. Γελάς για να μακιγιάρεις την μέρα σου. Ασελγείς στο πτώμα αφού και αυτή θα γίνει στρατιώτης στη σειρά στο πόλεμο του χρόνου που όλο βρίσκει καινούριους τρόπους να σε κερδίζει. Μια πάει γρήγορα, μια αργά και όλο σου δείχνει πως πάει σαν το ρολόι για να σε βασανίζει. Παλιό καλό κινέζικο βασανιστήριο. Σταλιά σταλιά με τον καιρό σε τρυπάει σαν βράχο μέχρι να σπάσεις σε δυο, τρία ,1000, εκατομμύρια κομμάτια. Μέχρι να γίνεις άμμος για να χτίσει το παιδί σου τα δικά του κάστρα και το κύμα να τα πάρει ακόμα πιο εύκολα.
Η γυναίκα σου λέει χιλιάδες μέρες τώρα «φάε κάτι αγάπη» και συ φυσάς τον καπνό και λες «δεν θέλω ανθέ μου» και σηκώνεσαι να φύγεις. Σφίγγεις τα δόντια και ξεκινάς. Παίζει με τις πιθανότητες η γυναίκα σου αλλά δεν το ξέρει πως κάθε πρωί σκέφτεσαι να αποχωρήσεις από τη χώρα. Αν το ήξερε θα σε έπαιρνε από πίσω. Μπορεί και όχι. Ποιος ξέρει τι ζόρια τραβά και αυτή. Μπορεί να σου λέει το ίδιο κάθε μέρα γιατί σκέφτεται το ίδιο κάθε μέρα, το διαβατήριο της. Αυτολογοκρίνεσαι και η αστυνομία σκέψης αφήνει τη μοίρα και το πεπρωμένο να κάνουν τον ανάλογο χαβαλέ πηγαίνοντας στη δουλειά. Πάντως και σε άλλη χώρα να πας αυτή θα πετύχεις. Εγώ το ήξερα και αν μπορούσα θα στο έλεγα.

11.Καθάρισε τη θέση σου με αυτή σου την κατάσταση...

Αυτό σου λένε οι γνωστοί γιατί οι φίλοι σου δεν ασχολούνται με τέτοια. Είναι σοβαροί άνθρωποι και ακούνε όσα δεν τους λες. Ακόμη και όταν απλά γελάς. Ακόμη και όταν δεν κλαις. Τώρα ποια κατάσταση εννοούν δεν ξέρεις αλλά τους δίνεις δίκιο που έτσι και αλλιώς το χρειάζονται.
Δεν είναι ότι σου λείπει η επαφή με την πραγματικότητα αλλά οι υλικές και πνευματικές προϋποθέσεις για να την αντιμετωπίσεις, δεδομένου ότι τη θεωρείς εχθρό σου. Η μέθοδός τους σου τη σπάει γιατί δεν καταλήγει σε συμπεράσματα αλλά μεγαλώνει κάθε φορά τα ήδη προσχεδιασμένα. Έχουν ένα μίσος εφήβου ακατανόητο για σένα. Να ήταν φονταμενταλιστές και εσύ αλλόθρησκος θα το καταλάβαινες. Γιατί να αλλάξεις; Το είχες πει στον εαυτό σου να μην πίνεις γιατί είναι σαν εξομολογείσαι. Σε βάζουν να πεις το «πιστεύω» τους πέντε – έξι φορές και σου δίνουν συγχωροχάρτι γελώντας ενώ μέσα τους σε λυπούνται, πιο πολύ και από τον εαυτό τους ώρες ώρες. Μετά υποχρεώνεσαι σε καλές πράξεις και συμπεριφέρεσαι σαν να έχεις άλλο όνομα. Αυτός ο καθρέφτης είναι η λύτρωση σου.
Εκεί ζητάς συγνώμη για τα ψέματα που έφαγες. Μια συγνώμη επαναστατημένη, βαριά οπλισμένη. Νιώθεις ότι είσαι μια ωρολογιακή βόμβα. Είναι και αυτό το παρελθόν που σε ξεβολεύει πάντα. Δεν πουλιέται με τίποτα το άτιμο ακόμα και αν το στολίζεις σαν μέλλον. Χρειάζεσαι ένα ζωτικό ψεύδος για να αντέξεις. Πας να αρχίσεις ένα καινούριο μπεστ σέλερ αλλά... η δράση, η απόδραση, η αντεπίθεση και η ήττα των λέξεων σε οριζοντιώνει πολύ γρήγορα. Γίνεσαι επίπεδος, μετά μια παύλα και τελικά τελεία. Ξεδιπλώνεις πάλι τα όνειρα σου στο σύμπαν του κανόνα. Γίνεσαι κάθε μέρα πια ένα υποσύνολο του μηδενός. Πειραματίζεσαι ενίοτε φιλοσοφικά με βαρβαρότητα. Το πρωί θα ντυθείς σαν πιγκουίνος, πολύ sic για να πας απευθείας μετά τη δουλειά σε επίσημο δείπνο με μια κυρία που σου λέει για χρόνια πως είναι η γυναίκα σου. Δίνεις χαρούμενο νόημα σε παραδοσιακά μοιρολόγια έτσι όπως κάνεις. Έχεις μια περιττή διαίσθηση που σε ενοχλεί. Σου λέει να τα βροντήξεις όλα τα έξω κλείνοντας τα μάτια μια στιγμή και κλείνοντας τα για πάντα προς τα μέσα. Να σκεφτείς τα πάντα, να τα ονομάσεις και να σκοτώνεις λέγοντας τα, πρώτα πρώτα σε εσένα.
Ηρέμησες και σκέφτηκες ότι μάλλον θα ήταν απλά ένα παρατράγουδο της εξέλιξης του νου. Δεν μπορεί όμως. Έχεις και αίμα βάρβαρο, από του Σέσκλου τα λιθάρια απόσταγμα. Αν χρειαστεί θα κάνεις χαρακίρι με το μεσομάχαιρο του παππού χαρίζοντας τα στιβάλια σου στους χιμπατζήδες. Αλλιώς αν κάνεις τον ουδέτερο θα σηκωθεί κανένα αντάρτικο του νου που ούτε τα ψυχιατρεία δεν θα σε θέλουν. Βέβαια όταν παθαίνεις δημόσιες κρίσεις οι άλλοι σου απαντούν ναι πριν τους ζητήσεις κάτι. Γίνεσαι έργο τέχνης. Αριστούργημα αφιερωμένο στο τελετουργικό φόνο της ουσίας και στο σεξουαλικό ανεκπλήρωτο.
Τελικά ξέρεις πως κάποια πράγματα αλλάζουν γρήγορα και κάποια πολύ αργά, βασανιστικά. Ρωτάς τι σε βολεύει μα αντί για δύο απαντήσεις βρίσκεις χιλιάδες, εκατομμύρια, άπειρες. Όλα στη τύχη αφήνονται, όλα στην τύχη χάνονται και όλα εκεί θα συναντηθούν. Η τύχη είναι ένα μεγάλο σούπερ Μάρκετ. Πας να πάρεις ψωμί και χαρτί υγείας και γυρνάς σπίτι με Κόκα Κόλα και Τσιγάρα. Οι αισθήσεις σου όλες σαλεύουν και συναγωνίζονται στο δρόμο προς στις παλιές σου αγάπες. Ξέρεις εσύ. Αυτές που ξέκανες στο αυτό το γαμημένο Σούπερ Μάρκετ. Αν με αφήσεις λίγο θα στα θυμίσω όλα.




12.Η επικείμενη επανάσταση και οι κινητήριες δυνάμεις της.

Πολλά πράγματα μαζεύτηκαν τελευταία στο νου σου και στροβιλίζονται με ανεξέλεγκτη ταχύτητα. Ίσως φταίει το ότι δεν κάθισες να τα σκεφτείς ένα ένα και να τα λύσεις, ίσως φταίει η έλλειψη χρόνου, ίσως και η έλλειψη σκέψης. Το διαζύγιο που πήρες είπες στη γυναίκα σου να μην το πάρει προσωπικά. Δίκιο είχες αλλά άντε να το βρεις και μετά να σε πιστέψουν. Εσύ χώρισες με τη ζωή από ότι φαίνεται αλλά το ξέρεις καλά. Η αιτία ήταν «ασυμφωνία χαρακτήρων» που σημαίνει πάντα ότι κάποιος από τους δύο δεν είχε. Ο χρόνος πάντως δεν σε βοηθάει να δεις ποιος είχε δίκιο από τους δυο.
Σκέφτεσαι λίγο το παρελθόν, εκείνη την γυναίκα που αγάπησες πολύ αλλά ήσουν λίγος, τα λίγα που περάσατε μαζί που για σένα ήταν πολλά. Πουθενά δεν την βρίσκεις εκείνη τη δύναμη που σε τράβηξε μπροστά. Μονάχα κάτι πρόσωπα βλέπεις και κάτι χέρια που σε τραβάνε από το μανίκι και τώρα που δεν έχεις καμία σχέση με αυτούς, τους υποτιμάς και δεν μπορείς να πιστέψεις πως τους άφησες να κάνουν κουμάντο. Έκανες τις επιλογές σου όπως έλεγες και παλιότερα αλλά όσο μεγαλώνεις το έκοψες γιατί βαρέθηκες τα ψέματα. Κάνεις κτήμα σου σιγά και βασανιστικά ότι ένας λόγος για αλλαγή είναι η περιέργεια. Πρέπει να είναι αρχέγονο ένστικτο αυτή η δίψα. Εσύ που δεν επέλεξες και ποτέ ακριβώς τις θέλεις πιέζεσαι να δοκιμάσεις. Εσύ, που τα ήθελες όλα ήταν λογικό να είσαι αναποφάσιστος.
Με αυτά προετοίμαζες τον εγκεφαλικό τοκετό σου περπατώντας αργά προς το ιατρείο που θα έκανες το καθιερωμένο -από τη γυναίκα σου- τσεκ απ που αποδεικνύει ότι έχεις προβλήματα αλλά θα επιβιώσεις αν προσέξεις λίγο κάποια πράγματα. Πήγαινες δηλαδή να ακούσεις τα ίδια, αυτά που χιλιάδες χρόνια οι σοφοί και οι επιστήμονες επαναλαμβάνουν κάθε τόσο παραλλάσσοντας, για να περιορίζουν τις ψευδαισθήσεις τους και να λένε πόσο μπροστά πήγαμε ως πίθηκοι. «Ούτε τη γρίπη δεν μπορούμε να αντιμετωπίσουμε ακόμη» σκέφτηκες και πέταξες το τσιγάρο κάτω λίγο πριν μπεις στο κτήριο. Αυτή τη συνήθεια την έχεις χρόνια. Ακόμα και στο σπίτι σου καμία φορά σου έρχεται να το κάνεις αλλά ευτυχώς που κάποιος ήταν εκεί να σε αποτρέψει ή κάποιος θα ερχόταν να σε συμβουλέψει. Υπάρχουν πάντα αυτοί οι άνθρωποι.
Παρόλο που το γιατρό τον ξέρεις χρόνια δεν απέκτησες ποτέ οικειότητα μαζί του. Μάλλον δεν δέχτηκες ποτέ λόγω ιδεολογίας. Έκατσες και διάβαζες τα σαχλοπεριοδικά μέχρι να σε φωνάξουν. Εκείνη τη μέρα πρόσεξες ότι αυτή την ιδιορρυθμία την είχες με συγκεκριμένους ανθρώπους. Ένα αλλόκοτο «κισμέτ». Αυτούς πάντα τους άφηνες στην τύχη και δεν επεδίωκες συναντήσεις μαζί τους. Γιατρούς, δικηγόρους, δημοσίους υπαλλήλους και γενικά κάποιους που έχεις λογαριασμούς που δεν ήθελες να ανοίξεις. Δεν φταίει ότι είσαι κακοπληρωτής, επαναστάτης ή κάτι τέτοιο αλλά απλά ζορίζεσαι από την ιδέα ότι αυτοί οι λογαριασμοί σου επιβλήθηκαν. Η αλήθεια είναι ότι και ξένου λογαριασμός να έλθει στην πόρτα σου εσύ από άγχος ή βλακεία μπορεί να πάς και να το πληρώσεις. Εγώ στα έλεγα πριν χρόνια αλλά μυαλό δεν έβαλες.

13.Η αφορμή

«Το κράτος δεν υπήρχε από πάντα αλλά όσο ζεις εσύ υπήρχε. Το αν ήταν πολύ η λίγο είναι ηλίθιο να το σκέφτεσαι αλλά το θέμα είναι ότι εσύ είσαι ολοένα λιγότερος απέναντι του». Έτσι είπες στο τηλέφωνο σε μια κουβέντα πολιτική με ένα φίλο σου επιχειρηματία ο οποίος ήθελε να τα βάλει με το τέρας αλλά τελικά αποφάσισε να πει τον καημό του σε εσένα και να αφήσει αυτή τη βρώμικη δουλειά σε άλλους που έτσι και αλλιώς και εσύ και αυτός είχες μια αγάπη στοργική. Θα ήταν κρίμα να μένουν και αυτοί άνεργοι. Ας κάνουν κάτι και αυτοί για να ζήσουν. ήταν και αυτός όπως και εσύ μια αριστερή υποσημείωση στην ιστορία που δεν γράφεται λόγω ήττας. Ανεπίστρεπτη πανωλεθρία ήταν για εσάς.
Έκλεισες το κινητό σου τηλέφωνο και συνέχισες να περπατάς. Χάζευες λίγο τις βιτρίνες των καταστημάτων ρούχων και τον κόσμο στις καφετέριες που κοίταγε με πολύ περιέργεια τους περαστικούς αναζητώντας κάτι να πιαστεί και αυτός να ξεφύγει. Τα υπόλοιπα ζώα έχουν την φυσιολογική και ενστικτώδη κίνηση όταν στριμώχνονται να επιτίθενται ή να τρέχουν προς πάσα κατεύθυνση να ξεφύγουν. Εσύ και πολλοί όμοιοι σου πάτε για πολλά χρόνια κόντρα στη φύση. Όταν σας συμβαίνει αυτό κλείνεστε σε ολοένα πιο μικρούς χώρους. Είναι ίσως γιατί τους ελέγχετε καλύτερα και μπορείτε και τους κάνετε κουμάντο. Βέβαια το γιατί το κουμάντο είναι κάτι απαραίτητο δεν μπήκες στο κόπο να το σκεφτείς. Ακόμα και κάποιες απόπειρες που έκανες στα νιάτα σου τις παράτησες στη μέση γιατί είχες και άλλα πράγματα να ασχοληθείς τα οποία θα έφερναν σίγουρα αποτελέσματα αφού εξαρτιόταν μόνο από εσένα.
Μπήκες και εσύ σε ένα κατάστημα, αγόρασες ένα ωραίο πουκάμισο, το φόρεσες με την ετικέτα και είπες στην υπάλληλο «δεν το βγάζω, το αγοράζω. Πόσο έχει;». Πλήρωσες και έτσι φρέσκος και καινούριος μπήκες στη διπλανή καφετέρια να κάνεις το ίδιο με τους υπόλοιπους υποκρινόμενος ότι εσύ θα σκεφτείς το μέλλον και τη ζωή σου, ότι εσύ είσαι σε κρίσιμη καμπή ενώ αυτοί δεν είναι, οπότε δεν είσαι ίδιος αλλά διαφορετικός λες και αυτό δεν το ξέρει ο καθένας από την πρώτο κλάμα του μόλις βγει από την κοιλιά της μάνας του.
Παρήγγειλες τσάι που κάνει καλό και παλιά λόγω άγνοιας και μερικής γνώσης πίστευαν ότι έχει πολλές μαγικές ευεργετικές ιδιότητες κάποιες από τις οποίες εκμεταλλεύτηκαν οι επιχειρήσεις και τις συντήρησαν με τις διαφημίσεις τους ακόμα και σήμερα. Έβγαλες και ένα σημειωματάριο για να γράψεις δήθεν τα συν και πλην της ζωής και τα μεγάλα λόγια που θα σκεφτείς και δεν τα σκέφτηκαν άλλοι για να τα χαρίσεις κάποια στιγμή και συ στην ανθρωπότητα. Λίγο πριν την κενή σελίδα σου θύμισε μια σημείωση να πάρεις και ψωμί. Το σκέφτηκες το πρωί και το έγραψες για να μην το ξεχάσεις αλλά μετά ξέχασες τα μεγάλα λόγια και είπες να τα αφήσεις για το απόγευμα. Κάτι παιδιά με φορτωμένα κάτι μουσικά όργανα στο ώμο κάθισαν δίπλα σου και παρήγγειλαν καφέδες και μπύρες. Σε κοίταξαν σαν κάποιον που θυμίζει κάτι για λίγο αλλά επειδή δεν μπορούνε να τα βρούνε το παράτησαν και ασχολήθηκαν με κάτι άλλο. Έτσι ακριβώς αισθανόσουν και εσύ τελευταία. Κάποιο γνωστό πρόσωπο από τα παλιά σου θύμιζε η φάτσα σου αλλά επειδή δεν μπορούσες να το βρεις ασχολιόσουνα με άλλα πράγματα και το παρατούσες.
Δεν ήταν καμιά αστυνομική ιστορία για να λύσεις το μυστήριο αλλά ούτε και κάτι συμπεράσματα του στυλ «αλλάξαμε, μεγαλώσαμε, συμβιβαστήκαμε» δεν ήταν αρκετά να καλύψουν το κενό αυτό στο δικό σου σύμπαν. Θυμήθηκες ένα στιχάκι που σου άρεσε παλιά. Ένα που έλεγε για τους κακομαθημένους κομήτες που αναστατώνουν το μόνιμο σύμπαν. Πρόσεξες ότι μίλαγαν για τον ίδιο καλλιτέχνη και τους έπιασες την κουβέντα. Τους είπες για τις συναυλίες που τον είχες δει και διάφορα άλλα και τα παιδιά έδειχναν να χαίρονται πολύ που σε γνώρισαν και με τα χαμόγελα τους ξεδίψασες τη δίψα που είχες για αυτά που δεν έζησες. Σιγά σιγά αποτραβήχτηκες και έκανες ότι κάτι γράφεις για να δικαιολογήσεις την φυγή σου. Ακόμα και εκείνη τη στιγμή σκεφτόσουν να τους κεράσεις καμιά μπύρα και να καθίσεις μαζί τους αλλά είχες να πάρεις αποφάσεις που δεν σηκώνανε αναβολή.
Άρχισες να παρατηρείς τους περαστικούς με ένα βλέμμα έτοιμο να πεταχτεί έξω από το παράθυρο και να τους κατασπαράξει και όλο έλεγες μέσα σου τις ιστορίες που έζησες ψάχνοντας κάτι να πιαστείς, να τραβηχτείς στο σήμερα και από το σήμερα μήπως και βρεις καμιά πόρτα για το αύριο. Ήταν όλα τόσο γρήγορα και θολά που ούτε να τα καταγράψεις μπορούσες αλλά ούτε να ξοδέψεις λέξεις για αυτά τζάμπα και βερεσέ. Μετά από κανένα μισάωρο έφτασες σε μια ηρεμία. Δεν άκουγες κανένα θόρυβο και όλους τους άκουγες. Νηνεμία και πλήρη διαύγεια. Μονάχα ένας υποφερτός πονοκέφαλος που έτσι και αλλιώς τον είχες συνηθίσει. Πλήρωσες το τσάι σου και τω παιδιών τα ποτά. Αυτά σε ευχαρίστησαν και τους είπες ένα «καλή αντάμωση» με μια σιγουριά ότι θα τους ξαναδείς. Έδωσες ραντεβού με τη ζωή και δεν θα αργήσεις. Δε σε παίρνει άλλο πια. Πάρε και μένα μαζί σου και δεν θα χάσεις. ΑΚΟΥ ΠΟΥ ΣΟΥ ΛΕΩ.
14.Πριν πεθάνεις θα τα βροντήξεις;

Ήθελες να ζήσεις και όσο ζούσες ευχόσουν να πεθάνεις. Τελικά δεν πέθανες αλλά ούτε και ζεις. Είσαι αυθύπαρκτος κάπου εκεί ανάμεσα. Φθορά ή τελευταία λέξη που θα πεθάνει μέσα σου. Και έτσι έγινε.
Εσένα που σε ξέραμε πέθανες. Ξερίζωσες τη χοντρή καρδιά σου πριν σαπίσει και το υπόλοιπο σώμα σου. Απογοήτευσες τον ντετερμινισμό της φύσης όταν άρχισε μέσα σου να φυτρώνει μια καινούρια παιδική. Στο μυαλό σου έγινε το ίδιο. Όλα τα βάρη γίνανε πυροτεχνήματα, ηχώ που έσβησε σε χαράδρες. Ένας λαμπερός ουρανός και από κάτω ένα παιχνίδι. Αυτή η στιγμή εξασφάλισε τη συνέχεια σου. Καινούριες λέξεις ξεπήδησαν και σκοτώνουν την πλήξη.
Γύρισες σπίτι και πριν κοιμηθείς δημιούργησες. Έφτιαξες ένα παραμύθι, το είπες στο παιδί σου και παρόλο που δεν του άρεσε και πολύ, εκτίμησε την προσπάθεια και σε είπε μπαμπά. Το ευχαριστήθηκες τόσο πολύ που έγινες εσύ ο γιος του. Ήταν η πρώτη σου επαφή με την έννοια του πατέρα. Πήρες και το μπαμπά σου τηλέφωνο και του είπες ότι θα περάσεις. Μέχρι να πας στη κουζίνα γέμισες εμπειρίες. Δεν πρόφτασες να το συζητήσεις με τη γυναίκα σου γιατί είχε όρεξη για έρωτα. Το πόσο το ευχαριστήθηκες που το ευχαριστήθηκε δεν λέγεται. Το πόσο το ευχαριστήθηκε που το ευχαριστήθηκες πάλι δεν λέγεται. Κουράστηκες αλλά αυτό το βράδυ αυτό θα σου μείνει αξέχαστο. Μετά από τόσα χρόνια είδες στον ύπνο σου ότι γέλαγες που δεν ξύπνησες το πρωί και άργησες στη δουλειά. Ξύπνησες νωρίτερα από τον ανθό σου και αυτή σου επιβεβαίωσε ότι όντως γέλαγες. Έλεγες κάτι ακατάληπτα ανάμεσα από κάτι αστεία, άναψες και ένα τσιγάρο μετά την πρώτη γουλιά καφέ. η γυναίκα σου είπε «φάε κάτι μωρέ» και εσύ γέλασες, είπες «όχι, σε ευχαριστώ ανθέ μου, χορτάτος είμαι». Της έκλεισες το μάτι και ξεκίνησες για δουλειά.
Είπες για πρώτη φορά τόσες πολλές καλημέρες που τις πίστευες. Στο αφεντικό σου είπες «γεια σας» που ακούστηκε σαν «απεργία ρε καριόλη». Έφτιαξες καφέ, άναψες τσιγάρο, έκανες τη δουλεία σου και σκέφτηκες δυο συνταξιούχες πια ευχές σου. Έφυγες και γυρνούσες με μια καινούρια κιθάρα που είχε όλα τα χρώματα του έλατου επάνω της. Ήσουν χαρούμενος όταν τη δοκίμαζες στο σπίτι των γονιών σου. Ήταν και το παιδί σου εκεί. Φάγατε και γύρισες μόνος σπίτι. Ήταν Παρασκευή αλλά το κύριο ήταν μέρα που δεν στοιχίζεται πίσω από άλλες. Βάλανε τα κλάματα τα ρολόγια. Είπες στο ανθό σου να ντυθεί και πήγατε σε μια συναυλία που σου άρεσε.
Περάσατε τόσο καλά λες και όλοι οι απρόσωποι που ήταν γύρω σας έγιναν φίλοι και έγινε τρελός χαβαλές. Ίσως κάποιους να τους ήξερες. Τουλάχιστον αυτό σκέφτηκε η γυναίκα σου βλέποντας κάτι παιδιά να σε χαιρετάνε και να σου κλείνουν το μάτι. Φύγατε χωρίς να πείτε αντίο αλλά καλή αντάμωση. Ήσουν πτώμα σωματικά και κόντευε να ξημερώσει. Κουβάλαγες και μια τσάντα που είχε να τη δει ο ανθός σου από το πανεπιστήμιο που σε γνώριζε. Πήγατε στο Λυκαβηττό. Την άνοιξες και είχες μέσα κρασί, τυρί και μέλι. Γελάσατε και πριν σβήσουν τα φώτα της Αθήνας τις είπες πως από δω και πέρα τέτοια μέρα θα είναι τα γενέθλια σου και τα κεράκια της πόλης σβήσανε. Αυτή σου είπε «μέθυσες κουτέ» γιατί έλεγες πως αν έχεις κάθε Παρασκευή γενέθλια θα ζήσεις εκατοντάδες χρόνια. Το πρώτο φως του ήλιου βγήκε. Το Φως ήταν παντού. Εμένα πάντως μου αρέσει περισσότερο η νύχτα αλλά αφού εσύ έτσι τη βρίσκεις δεν μπορώ να κάνω και τίποτα.



15.«Αντίδωρο»

Άκουσες κάπου τυχαία αυτή τη λέξη και ασχολήθηκες μαζί της με πολλούς πρακτικούς και θεωρητικούς τρόπους. Τα αποτελέσματα δεν ήταν αυτά που περίμενες αλλά πιστεύεις ότι όλοι εκτίμησαν την προσπάθεια. θετικά ή αρνητικά δεν έχει και πολλή σημασία ή μάλλον δεν δίνεις εσύ. Όλα πάνε καλά... και εμένα αν ρώταγες δεν θα ήξερα να σου απαντήσω. Θα σου έλεγα «θα δείξει» ή «άστο να ωριμάσει». Γενικότητες δηλαδή χωρίς κανένα νόημα.
16.Το μέλλον τρομοκράτης...

Αφού στο σπίτι πήγαιναν όλα καλά αποφάσισες να αφιερώσεις λίγο χρόνο σε πράγματα μεγαλύτερα από εσένα. Ούτε καλόγερος ήσουν, ούτε προφήτης. Σίγουρα ήσουν αποτυχημένος σωτήρας. Ήσουν ένας καλός οικογενειάρχης αλλά σιγά σιγά ανακάλυψες μια περίεργη ομοιογένεια. Υπήρχαν και άλλοι σαν και εσένα οι οποίοι για ένα ακαθόριστο λόγο σε συμπαθούν πίσω από αυτό το περίεργο βλέμμα τους. Δεν ήξερες από που να πιαστείς. Έμαθες κάποτε παλιά ότι τα φαινόμενα απατούν και άρχισες να ψάχνεις πιο βαθιά. Να βρεις τους δρόμους και τα μονοπάτια που περπάτησε ο καθένας. Να μάθεις την ιστορία τους. Όλα τα σημάδια έδειχναν πως ήταν επικά παραμύθια, με εφέ χολιγουντιανά να ντύνουν γιαγιάδες – έμπειρο ειδικευμένο εργατικό δυναμικό- για αφεντικά που τα θέλουν όλα, τα παιδιά. Έτσι ήσουν και εσύ, μικρό παιδί. Βέβαια ήσουν και μπαμπάς. Είχες λοιπόν ξεκινήσει να έχεις διττή υπόσταση.
Έκανες την έρευνα χόμπι και τη παιδική σου αφέλεια δημιουργικό μεράκι. Το παιδί σου άρχισε να σε συμπαθεί περισσότερο. Οι γνωστοί σου θέλανε να γίνουν φίλοι σου και οι φίλοι σου άρχισαν να χρησιμοποιούν τις λέξεις φιλία και αγάπη πιο συχνά. Είχαν πάντα κάτι ενδιαφέρον να σου πούνε και εσύ το ίδιο.
Η γυναίκα σου προσπαθούσε να βγει από το σώμα της κάθε φορά που βρισκόσαστε. Ήθελε να σου πει τα πάντα σε μια στιγμή, τόσο πολύ που έκανε τη στιγμή τα πάντα για εσένα. Όταν το ρολόι σας προσγείωνε πιάνατε την κουβέντα του καφέ που είναι πάντα συνοδευτικό αυτής της απόλαυσης και μέσα από το ρόλο των κουσκουσάρηδων ξεπήδαγε σαν την Αθηνά από το κεφάλι σου μια πραγματικότητα θλίψης τόσο αντιφατική με τη ζωή σου, με αυτή που με τόσες δυσκολίες κατάκτησες. Όλα αντιστρεφόταν σαν να ήταν καθρέφτης. Όλα αποκτούσαν μια λογική εξήγηση που έμοιαζε με επαγωγική απόδειξη του φόβου. Έκανες τα χαμόγελα κλάματα και τα ερωτηματικά Ιερά εξέταση. Όσα περνούσαν από τα διόδια των αισθήσεων γινόντουσαν δηλητηριώδη. Μια ομίχλη έπεφτε παντού. Ευτυχώς ή γυναίκα σου σε είχε μάθει καλά. Αφού γινόσουν και εσύ παιδί ήταν εύκολο για αυτή να κάνει τη μαμά και για σένα. Άρχισε να σου μιλάει για άλλα πράγματα και παρόλο που δεν τα παρακολουθούσες στην αρχή λειτουργούσαν σαν το λυχνάρι των παιδιών που χαθήκανε σε σκοτεινά παραμύθια. Άρχισες να ψάχνεις έξοδο και την έβρισκες στον ήλιο των ματιών της. Στο τέλος κάνατε ένα διάλογο που την ευχαριστούσε.
«Που ταξιδεύεις;» σε ρώταγε και εσύ απάνταγες «στην ομορφιά σου τόσα χρόνια και ακόμα να βαρεθώ». Η γείωση ήταν πάντα υποχρεωτική σε τέτοιου είδους επικοινωνιακά κυκλώματα. Οπότε σου έλεγε «μάτια μου, είναι πολύ γλυκό και έξυπνο αυτό που μου είπες, πρέπει να με αγαπάς πολύ και αυτό σε έκανε βλάκα».
Δεν μπορούσες να καταλάβεις γιατί αυτός ο κόσμος δεν είναι αρκετός να σε κάνει μόνιμα χαρούμενο, όπως δεν κατάλαβες ποτέ γιατί τελικά οι φοιτητές που γίνανε δημόσιοι υπάλληλοι δεν χοροπηδάνε σαν τα κρι κρι όταν τους συναντάς. Υπάρχει πάντα κάτι που τα αλλάζει. Ίσως να είναι μια ανάγκη εξήγησης. Τα παιδιά της Αφρικής κάνανε τη χορωδία Τρικάλων και τραγουδούσαν ηπειρώτικα μοιρολόγια στις λιτανείες της κοινωνικής σου ζωής. Οι εργάτες, ιδιαίτερα αυτοί που δεν ξέρουν την ιστορία τους, γινόντουσαν αποτυχημένοι παίκτες σε καζίνο και περίμεναν να γυρίσει ο τροχός της τύχης. Έμοιαζαν όλοι να περιμένουν ότι κάτι συνταρακτικό θα συμβεί απόψε στην τηλεόραση και τρέχανε περισσότερο στη δουλειά τους για να προφτάσουν να το δουν. Δεν γινόταν τίποτα. Μονάχα εσύ παρανόμησες και πλησίασες το απομακρυσμένο δίκιο στη ζωή σου. Μονάχα εσύ και ίσως κάποιοι από αυτούς που νομίζεις ότι μοιάζετε. Πέθαινες κάθε μέρα από τις εφημερίδες, το ράδιο, Όσα άκουγες από περαστικούς στο δρόμο.
Άρχισες να συνειδητοποιείς ότι ενώ όλα αλλάζουν, όλα τα αλλάζουν, κάποιοι καταβάλουν τεράστιες προσπάθειες να σε πείσουν ότι όλα τα ίδια μένουν. Σαν να διάβασες μια παλιά χαμένη διαθήκη, λειτουργούσες ως συμβολαιογράφος απέναντι στον εαυτό σου. Η ιστορία άφησε στα παιδιά της το προνόμιο της ανάστασης, της αναζωογόνησης της, της αναπαραγωγής της μονάχα όταν αυτά της αναγνωρίσουν την αξία της. Αλλά ο καιρός, ο χρόνος που πέρασε μας έβαλε άλλα παιχνίδια να παίξουμε. Από αυτά που κάποιος πάντα χάνει ακόμα και δεν κερδίζει κανένας.
Υπήρχε ένα παράξενο κοινωνικό συμβόλαιο μεταξύ κάποιων και ενώ αφορούσε τους πάντες κανένας δεν ήθελε να διαλέξει τη θέση του. Όταν στη στάση του λεωφορείου είσαι εσύ με άλλους τρεις και βλέπεις το λεωφορείο που έρχεται να έχει πολλές κενές θέσεις αφήνεις τους υπόλοιπους να μπούνε πρώτοι. Δεν έγινες ξαφνικά ευγενικός , απλά ξέρεις ότι θα κάτσεις. Έτσι ένιωσες ότι γίνεται και σε αυτή την περίπτωση. Κάποιοι θέλουν τα πράγματα να μείνουν όπως έχουν και κάποιοι τους το προσφέρουν. Όταν πάλι οι πρώτοι δεν θέλουν οι δεύτεροι τους αναγκάζουν. Όταν οι δεύτεροι δεν μπορούν τότε υπάρχουν πρώτοι που πείθουν τους υπόλοιπους να θέλουν. Γενικά, δεν ξεφεύγει κανένας από το γράμμα του συμβολαίου και κανένας δεν το υπόγραψε. Εσύ με τα συμβόλαια, τους λογαριασμούς δεν τα πήγαινες πολύ καλά αλλά ήξερες για τη φύση των νόμων της αγοράς ότι είναι εκδικητικοί.
Είχες την εντύπωση ότι κάποια στιγμή κάποιοι θα ελέγχουν τους πάντες με ένα μικρό κομπιουτεράκι. Το τι ψώνισες, τι πήρες δώρο στη γυναίκα και στο παιδί σου, πότε μίλησες στους φίλους σου, πότε πέρασες ανεμοβλογιά, πότε κατούρησες και πότε αποφάσισες να πεθάνεις. Δεν σου άρεσε η ιδέα ότι ήσουν ένας φάκελος ενός υπολογιστή. Αν σε έσβηναν θα έπαυες να υπάρχεις. Ούτε όνομα δεν θα είχες. Το έλεγες στη γυναίκα σου και σε καθησύχαζε λέγοντας σου να έχεις εμπιστοσύνη στους υπόλοιπους. Δεν θα το επιτρέψουν ποτέ αυτό.
Καμιά φορά που επέμενες σου έλεγε ότι το δικό σου λιθαράκι σε αυτή την ιστορία εσύ το έχεις βάλει. Ήταν και αυτό ένα χάπι για να κοιμηθείς ήσυχος, ήταν το φάρμακο για να πετύχει ή ασθένεια που χρειαζόσουν. Μια επιλεκτική αμνησία, μια βολική αφέλεια. Καλύτερα να μην σκέφτεσαι, να ξεχνάς τις επαναστάσεις γιατί στα δίκια που τσακώνονται αίμα μυρίζει. Η βία αποφασίζει. Δεν σε απασχολεί πια και η ώρα πέρασε, οπότε πηγαίνεις για ύπνο ή κάνεις ότι κοιμάσαι.
Είναι περίεργο που ένα ανθυγιεινό στοιχείο σαν και εσένα είναι τόσο ανθεκτικό. Κρύβεις τεράστιες δυνάμεις και κοντεύεις να πείσεις και τους υπόλοιπους να σε φαντάζονται σαν το δυνατό άντρα που έχει τσιγάρο πάντα στο στόμα και πίνει αντί για νερό ουίσκι.
Τότε αποφάσισες ότι δεν ταιριάζαμε κιόλας. Ούτε δίδυμοι να είμαστε σου λέω εγώ. Αλλά δεν ακούς. Κάνεις του κεφαλιού σου.

17.LONG LIVE εξαρτήσεις ...

Καμιά φορά δεν το καταλαβαίνεις αλλά διαλέγεις. Βρίσκεσαι πάντα σε κάποιο σταυροδρόμι. Λες και περπατάς σαν ψείρα πάνω στις σταυροβελονιές ενός κεντήματος. Κινείσαι σε ένα επίπεδο, χαράζεις τη μικρή σου ιστορία σε ένα χαρτί και μονάχα εσύ δεν μπορείς να δεις το αποτέλεσμα. Αυτός ο τέλειος κόσμος δεν αφήνει τον εγωισμό σου να φουσκώσει. Καμιά φορά η ταχύτητα σου επιτρέπει να διαβάζεις τις πινακίδες και να διαλέγεις πραγματικά, άλλες όχι. Κάποιες φορές κλείνεις τα μάτια και προχωράς. Δεν σε νοιάζει τίποτα. «πιστεύεις σε κάθε δυνατή μαγεία
Λειτουργείς σαν σύγχρονη κοπελίτσα που σέβεται τη σχέση της. Παίρνεις τακτικά τα αντισυλληπτικά χάπια που σου προσφέρει η ζωή για να μην γίνουν επικίνδυνες οι ιδέες σου και κάνεις μετάνοιες που τις βαπτίζεις γιόγκες για να μην έχεις πρόβλημα να γονατίζεις όταν χρειαστεί. Για να μπορείς να σηκώνεσαι όταν σε διατάζουν. Τέτοια πειθαρχία θα τη ζήλευε και ο Σουν Τζου. Δεν μπόρεσες να καταλάβεις που ξόδεψες το εφηβικό σου μίσος, αυτό που σε έκανε να ξεχωρίζεις, αυτό που κρυβόταν πίσω από ρετσέτες για τις γκόμενες, που ανδρώθηκε σε γλωσσικά σφαγεία, σε τσιγάρα και καφέδες, σε μεθύσια, στις αταξίες και στα καλύτερα μαθήματα των σκασιαρχείων. Τώρα μπορούν να σε κάψουν τα πάντα, εσένα που ήσουν ο πρώτος αναστενάρης και ο πρώτος μάρτυρας .που ήσουν φωτιά σε χειμωνιάτικους δρόμους και καλοκαιρινή δροσιά πίσω από τα ιδρωμένα αυτιά της καλή σου. Έγινε η φιλοσοφική σου λίθος παγάκι στο ουίσκι σου. Ο φόβος που από ζωτική νεανική κινητήρια δύναμη έγινε κάτουρο στο ντεπόζιτο σου. Περνάνε τα χρόνια και η σοδειά σου ολοένα λιγοστεύει. Οι ευχές σου μεγαλώνουν, ενηλικιώνονται, κοντεύουν όλες να πάρουν σύνταξη μαζί με τους φόβους σου και εσύ μικραίνεις χωρίς να το πεις σε κανένα.
Τα αντίδωρα που τόσο σου άρεσαν δεν αποτελούν τίποτα πια παρά μονάχα το τέλος μιας λειτουργίας. Δεν το λες πουθενά μα το νιώθεις παντού. Δεν σε ενοχλεί πια αυτό γιατί δεν έχεις συναντήσει και κανέναν που να λέει ειλικρινά συγνώμη, που να παραδέχεται την αχαριστία του.
Σιγά σιγά, αβίαστα οι ευχές σου ενώνονται σε μια μεγάλη που ντύνεται ιδεολογία και σου λέει να εύχεσαι να ξαναγίνεις νέος. Να ξαναγαπήσεις αυτές τις γοητευτικές εξαρτήσεις, να ξανανιώσεις την πρώτη σου βουτιά και αυτή τη σιγουριά που δεν πηγάζει από πουθενά μα πάντα σε βγάζει στην επιφάνεια.
Να γίνεις. Γιατί όχι; Πάντως παρέα θα έχεις σίγουρα εμένα.

18.Θάνατος ...

Έλεγες κάποτε θεός είναι «να μην μπορείς να ονειρευτείς» παραφράζοντας κάποιον πιο γνωστό από εσένα. Οι φίλοι και γνωστοί χειροκροτούσαν γιατί σέβονται την υστεροφημία σου που τους μοιάζει και ξέρουν για τα αριστερά βαρέα και ανθυγιεινά ένσημα σου. Τα έφερε έτσι η πουτάνα η ζωή και ανακάλυψες πως είναι να είσαι βρικόλακας. Να μπορείς να σκέφτεσαι αλλά να αδυνατείς να ονειρευτείς, να έχεις χρόνο και να μην μπορείς να τον ξοδέψεις, να μην έχεις χρόνο και να κλέβεις των άλλων για να επιβιώσεις. Να ζεις παρασιτικά στους υπονόμους των μυαλών των άλλων, να τρέφεσαι από τη σκέψη τους και να τους παραμυθιάζεις. Να μεταμορφώνεσαι σε ναρκωτικό. Όσο υπάρχεις γύρω τους να νομίζουν ότι έχεις κάποιο απαραίτητο ρόλο στη ζωή τους και όσο λείπεις να φθείρεσαι ως στην ανυπαρξία. Άνθρωπε μου τι ξεφτίλα!
Με αυτά και με αυτά τη χάλασες την οικογένεια. Κάποια στιγμή ξανανοίχτηκες πολύ στον εαυτό σου και τους τα είπες. Εκεί που ήσουν στο ζενίθ της ευτυχίας με βάση τον γνωστό κοινωνικό οδηγό όλα τα γκρέμισες. Δεν καταλάβαινες από που σου ερχόταν. Το παιδί δεν είχε χρόνο να σου δώσει γιατί είχε πολύ δουλειά για να γκρεμίσει με το κεφάλι του τους τοίχους που και εσύ είχες βοηθήσει να χτιστούν γύρω του. Η μαμά δεν είχε χρόνο να σκεφτεί τα νέα σου τερτίπια, έχασε την όρεξη της για νέες περιπέτειες με τους ίδιους πρωταγωνιστές.
Καμιά φορά σκέφτεσαι ότι τα σίκουελ μπορεί να είναι και καλύτερα αλλά η αλήθεια είναι ότι δεν έχεις και πολλά παραδείγματα για αυτό και δυστυχώς δεν είναι και η καλύτερη ατάκα και πρακτική να ξανακερδίσεις μια γκόμενα. Δεν χρειάζεται η επιστήμη να στο αποδείξει. Εδώ το μάθανε μέχρι και οι αστρολόγοι. Δίνεις κάνα ευρώ παραπάνω στο τηλέφωνο και τα μαθαίνεις όλα αυτά. Ή ανοίγεις την τηλεόραση σε κανένα τοπικό κανάλι και τα βλέπεις. Εκεί όμως εσύ, έμεινες στο χαβά σου.
Τελικά όλες αυτές οι σκέψεις ενώ αλλού στοχεύανε άλλο πετύχανε. Εκεί που νόμιζες ότι έχεις απλά ακόμα ένα πρόβλημα να λύσεις. Εκεί που νόμιζες απλά πως όλα όσα σου χρειάζονται να βρεις τα έχεις μπροστά σου όλα αλλάξανε. Δεν ήθελες πια να τα λύσεις. Τη γυναίκα σου άρχισες να τη βλέπεις μόνη της πια. Εσύ δεν υπήρχες πουθενά. Το μόνο ρόλο που ήθελες να παίξεις ήταν αυτό του σούπερ ήρωα που θα εμφανιστεί για να τη σώσει μόλις τον καλέσει. Μετά σαν Λούκι Λουκ θα έφευγες μονάχος. Το παιδί σου άρχισες να το βλέπεις και αυτό χωρίς τη μάνα του. Είχατε καλές σχέσεις και άφησες αυτό που ήταν και πιο ώριμο να τις ορίσει. Διέλυσες τον θεσμό της οικογένειας μέσα σε κάποια βράδια.
Όλες οι θρησκείες που ξέρεις, όλες οι μεγάλες ιδέες στάθηκαν απέναντι σου και σε φτύνουν. Δεν έπρεπε να τα βάλεις μαζί τους. Άντε τώρα να ξεμπερδέψεις. Εδώ δεν βρίσκεις άκρη με τη χαρτούρα του διαζυγίου σου. Νόμοι, δρόμοι, θεσμοί όλα πέσανε πάνω σου. Μαζί και οι γονείς και οι φίλοι σου. Εσύ δεν έπρεπε να πληρώνεις διατροφή στη γυναίκα σου που έτσι και αλλιώς δεν ισχυρίστηκε καν ότι πεινάει αλλά να πληρώνεις την δική σου κοινωνία. Να τη στείλεις κανένα θέατρο, σε καμία συναυλία, να της πάρεις ναρκωτικά μπας και ξεχαστεί λιγάκι και σε ξεχάσει. Ευτυχώς υπήρχε και η υπόλοιπη κοινωνία, αυτή που δεν είναι δική σου. Η απρόσωπη χοντρή πόρνη που καταπίνει τα πάντα. Αυτή ήθελες τώρα. Σε αυτή θα έδινες τα πάντα για να περάσεις καλά. Αν θα μπορούσες θα την αγόραζες. Μόνο με τίτλους ιδιοκτησίας ξέρεις να δουλεύεις εσύ. Έτσι έμαθες να ζεις.
Ένα βράδυ ήλθε και μια φίλη σου από τα παλιά να πιείτε εκείνο το μπερμπονάκι που δεν ήπιατε ποτέ. Καλά ήταν. Μια νύχτα αρκετά δυνατή να μην τη πνίξουν οι υπόλοιπες και αδύναμη για να ιστορηθεί. Γύρισες σπίτι κουρασμένος και δεν την έδωσες εκείνη τη συναυλία που είχες υποσχεθεί στον εαυτό σου. Σε πήρε ο ύπνος καθώς τριγυρνούσες στα παλιά. Σε μια υπόσχεση που είχες δώσει ανάμεσα στις τόσες. Σε μια υπόσχεση τόσο ηλίθια. Ούτε τα μαύρα σύννεφα στη γη δεν λένε ότι θα βρέξει. Καλύτερα να έλεγες του παπά όταν ήσουν μικρός ότι δεν θα αυνανιστείς ποτέ ξανά. Πιο πιστευτό θα ήταν. Τώρα στα σαράντα σου η φυγόκεντρος δύναμη του νου σε έδιωχνε από την ουσία και σε πέταγε όπου να ΄ναι. Εκεί που η ευθύνες σου έτειναν προς το μηδέν. Που οι ορέξεις σου έτειναν στο άπειρο...
Τα έβλεπα εγώ και ήξερα ότι δεν πάς καλά αλλά εσύ εκεί, το χαβά σου.

19.Τώρα που σαραντάρισες...

Πέρασες δυο τρία χρονάκια και γύμνασες το μυαλό σου στα καινούρια δεδομένα. Η δουλειά σου πήγαινε καλά. Το σπίτι ήταν καθαρό γιατί μπορούσες και πλήρωνες για αυτό, η γυναίκα σου ξαναπαντρεύτηκε και το παιδί σου σε πάει όπως είσαι για κάποιον ακαθόριστο λόγο. Μάλλον επειδή ντύνεσαι καλύτερα από τους άλλους πατεράδες. Η μοναξιά σου έγινε μόδα και όλοι όσοι σέβονται τον εαυτό τους είναι θύματα της. Αποτελείς μέρος κάποιου συνόλου και αυτό σου είναι αρκετό.
Όχι ότι ο χρόνος σε πίεζε ή η φίλη από τα παλιά αλλά σου φάνηκε πολύ λογικό να συγκατοικήσεις μαζί της. Ίσως να ήταν το γεγονός ότι θα σου έβγαιναν όλα φθηνότερα, ίσως προοδοπληξία, ίσως επίκτητη ανάγκη, πάντως το έκανες. Και όντως την έβγαλες φθηνότερα αν λάβεις υπόψη τις γνώμες των υπολοίπων που σε ξέρανε. Αυτές που σου είπαν και αυτές που σου έκρυψαν κάνανε ένα άθροισμα ακριβές. Ήσουν φθηνός.
Ευτυχώς υπήρχαν και χειρότερα τα οποία λέγανε για τη φίλη σου. Εσύ την υπερασπιζόσουν μα η αλήθεια είναι ότι αισθανόσουν λίγο καλύτερα όταν τα άκουγες. Μονάχα ο φίλος σου ο χοντρός που τώρα είχε γίνει αδύνατος σου είπε «Όλα ΟΚ!». Μάλλον δεν τον έπαιρνε να σου πει και τίποτα άλλο γιατί ή εισαγωγή και μόνο από τα σφάλματα του σε τέτοιου είδους ζητήματα είναι τόμος εγκυκλοπαίδειας. Από την άλλη βέβαια μπορεί απλά να το εννοούσε αλλά εσύ δεν κόλλαγες σε αυτά τελευταία. Έτσι σκεφτόσουν και πριν είκοσι χρόνια. Ποσότητα συσσωρευμένη αλλά καμία νέα ποιότητα στη σκέψη σου. Θέλησες να σκοτώσεις τον Μαρξισμό στην πράξη.
Με την φίλη σου τα πάτε πολύ καλά γιατί έχετε και οι δύο πολλά προβλήματα που δεν θέλετε να μοιραστείτε. Το κάνετε μόνο βουβά όταν καμιά φορά που είστε οι δυο σας παγώνετε το χρόνο και τον αφήνετε να χορεύει μονάχα μέσα στους καπνούς από τα τσιγάρα σας. Ο καθένας σκέφτεται τα δικά του και οι καπνοί φροντίζουν να τα ενώνουν σε μια παράσταση. Μετά συνεχίζετε τον καφέ και το τάβλι χωρίς να ρωτήσετε «τι σκεφτόσουν;» ο ένας στον άλλον. Κάνετε και οι δύο τους αδιάφορους και συνεχίζετε. Είναι λίγο εύθραυστη η ισορροπία αυτή και σκέφτηκες πολλές φορές να τη διαλύσεις. Οι εμπειρίες της ζωής σου σε ωθούν να ρωτήσεις και τελευταία στιγμή κρατιέσαι. Δεν τη ρώτησες ποτέ για τους άντρες της ζωής της. Ούτε αυτή για τις πρώην σου. Δεν κάνεις συγκρίσεις και ίσως είναι η πρώτη φορά που το βλέπεις έτσι και το παραδέχεσαι. Αυτό είναι πρωτόγνωρο για εσένα.
Έρχονται τελευταία στο μυαλό σου τα της εμφάνισης της. Είναι εχθρική προς την τελειότητα και την ηρεμία, μόνιμος τσαμπουκάς στις νεράιδες και θόρυβος στα συμπόσια όταν μεθάει. Περνάει σαν τον αέρα απαρατήρητη, αφήνει την αίσθηση της μονάχα αν θέλεις να τη δεχτείς. Αν κάνει έξω από το σπίτι σου κρύο ντύνεσαι καλά για να βγεις. Με αυτή πρέπει να βγεις γυμνός. Αν κάνει ζέστη, πρέπει να βάλεις σαν Ροκ σταρ των '80 το γουναρικό σου. Τα νεύρα της είναι εντυπωσιακά εξ αποστάσεως σαν τυφώνας αλλά επικίνδυνα από κοντά. Πρέπει να είσαι σε μια μόνιμη περιπέτεια για να επιβιώσει. Να ψάχνεις μονίμως το μάτι του κυκλώνα. Να είσαι ακούραστος δρομέας. Το δαχτυλίδι που σου χάρισε ήταν στάδιο προετοιμασίας ολυμπιονικών. Είσαι μια απόδειξη ότι ακόμα και οι πιο ανθυγιεινοί τύποι διψάνε για ζωή.
Αφιερώνει το χρόνο της σε ανούσια για εσένα πράγματα. Της το λες μονάχα στα πλαίσια του αστείου. Δεν μπας σε κηδεία για να βρεις κοινό να σηκώσεις Αριστοφάνη. Δεν έχεις προχωρήσει τόσο πολύ.
Έχει ένα ακαθόριστο λεπτό γούστο. Μια υψηλή αισθητική και αίσθηση των πραγμάτων γύρω της. Παρόλα αυτά δεν επιτρέπεται σε κανέναν να την πει ψηλομύτα. Δεν μιλάς στους φίλους σου πολύ για αυτή χωρίς να ξέρεις το γιατί. Υποθέτεις ότι κάνει το ίδιο και αυτή η παράλληλη μουγκαμάρα σε ευχαριστεί. Καμιά φορά νομίζεις ότι τίποτα δεν την ευχαριστεί και αυτό που άλλοτε θα ονόμαζες μετριότητα δεν σε ενοχλεί. Εσένα που είχες φίλο εμένα, τον Τζέιμς Μπόντ καρτούν αστροναύτη, που ήσουν ο καλύτερος, που ήσουν αλλεργικός σε όλα τα μέτρια πλην του καφέ.
Είχε φύγει για κάποιες μέρες από το σπίτι σου. Είχε πάει στο εξωτερικό ταξίδι και εσύ πήγες να δεις που φύτρωσε ο παππούς σου. Τα είχε τόσο καλά με τη φύση ο παππού σου ο τσέλιγκας που ήσουν σίγουρος ότι φύτρωσε. Έτσι, χωρίς οικολογικό ή προσωπικό λόγο. Γύρισες στη φύση να εξηγηθείς και να εξηγήσεις.
Ακόμη και εκεί που πήγες δεν καταδέχτηκες να μου πεις μια κουβέντα. Δεν σε έβλεπε και κανένας. Έγινες αχάριστος.

20.Η φύση εκδικείται...

Πυρ, γυνή και θάλασσα λέγανε οι θυμόσοφοι του τόπου σου. Είχαν δίκιο τους είπες πίνοντας το τελευταίο ποτηράκι τσίπουρο στο καφενείο του χωριού σου. Μετά ανηφόρισες προς το δάσος που είχε κάποτε την καλύβα του ο παππούς σου. Είπες πως ήθελες να δεις τι απέμεινε και εννοούσες από εσένα. Αυτό δεν το κατάλαβε κανένας. Ή έτσι νόμισες.
Εκεί δεν έχει σημασία το λεπτό, ή ώρα. Εκεί οι μέρες έχουν όνομα, ταυτότητα. Έχουν προσωπικότητα, ηλικία. Οι Δευτέρες είναι νέες και δυνατές για να πέφτουν με τα μούτρα στα βάσανα. Οι Τρίτες είναι οι μεγάλες αδελφές που τους ξεκουράζουν, οι Τετάρτες τους δοκιμάζουν στη νηστεία, οι Πέμπτες είναι πάντα Τσικνοπέμπτες και οι Παρασκευές, αχ οι Παρασκευές είναι ή ανάσα πριν του Σαββάτου τις οικογενειακές βουτιές και τις Κυριακάτικες ρέκλες. Εκεί πρέπει να έχεις όνομα για να υπάρχεις. Πριν γεννηθείς βαπτίζεσαι. Αυτό το μέρος σε συγκινούσε πάντα. Ίσως επειδή η ανωνυμία ήταν ο χειρότερος εχθρός σου. Όχι επειδή ήσουν κάποιο ψώνιο, απλά ήθελες τα ίχνη σου να φαίνονται και να μην ταιριάζουν σε κανενός τα βήματα.
Θέλεις να είσαι ένα βιβλίο ξέχωρο από όσα γίνανε. Δεν σε νοιάζει αν θα διαβαστεί από κάποιον αλλά περισσότερο ότι εσύ θα έχεις βάλει την τελεία και την παύλα. Κανένας δεν θα μπορεί να το αλλάξει. Ίσως και κάποιοι που θα ενδιαφερθούν να μη θέλουν. Αυτή η παχιά σκέψη σε συντροφεύει εδώ και χρόνια. Δεν τη λες αλλά την εννοείς με κάθε σου κίνηση. Έτσι σου είπε η φίλη σου πριν σου πει «γλυκό μου ψώνιο».
Είναι αργά όμως να αλλάξεις γνώμη. Αναρωτιέσαι πως καθορίζεται η τιμή ενός βιβλίου. Πόσα από την τιμή του είναι της μορφής και πόσα του περιεχομένου. Η απάντηση είναι τόσο ενθαρρυντική για εσένα που δεν σε χωρίζει τίποτα από τα ζώα. Έτσι περπατώντας και καπνίζοντας σε κάθε στάση έφτασες στον προορισμό σου. Αντιμετώπισες κάτι σάπια ξύλα σαν αρχαία μνημεία και ένα έλατο που κάποτε είχε ένα κρεβάτι επάνω για να κοιμηθείς. Σαν το μεγάλο αδελφό ζήτησες συγνώμη για τις απουσίες σου. Μέτρησες εξομολογητικά τα κρίματα σου, χάρισες τις ευχές σου μοναχά στη φίλη σου και κανένας από τα δέντρα αδέλφια σου δεν διαμαρτυρήθηκε. Ένα δροσερό αεράκι ήταν το νεύμα της κατάφασης.
Έκατσες στην άκρη της βρύσης που γέρασε μα έχει ακόμα αυτή τη μυρωδιά της ήβης. Θέλησες να είχες το παιδί σου να του πεις μια από τις ιστορίες που πέρασαν σαν σφαίρες στο μυαλό σου. Όλα καλά πήγαιναν στη ζωή σου. Έτσι ένιωσες. Καλά κάνεις. Δεν είσαι ο πρώτος που χωρίζει και έχει και παιδί. Δεν είσαι ο πρώτος που θέλει να ξαναπαντρευτεί. Δεν είσαι ο πρώτος που φοβάται τη Μοναξιά. Δεν είσαι ο πρώτος που πιάσανε οι υπόλοιποι στο στόμα τους. Δεν θα πάρεις ποτέ το χρυσό που έχει κάνει συμβόλαιο με τη σιωπή. Εσύ έχεις μάθει να μιλάς.
Γέμισες το νου σου μέχρι να στο αδειάσει η θέα από την ψηλή κορυφή που έφτασες. Το τελευταίο που σου έμεινε από αυτό το ταξίδι είναι ότι κάποτε ήθελες μα μένεις στη φύση αλλά τώρα θέλεις απλά να πας μια βόλτα. Το μόνο που σε τρομάζει είναι ότι αβίαστα γενικεύεις αυτή τη σκέψη. Από τη μια βγάζεις την ουρά σου απ' έξω και από την άλλη βάζεις το νου που σου περισσεύει. Σιγά ρε μάγκα, ποιος είσαι; οι άλλοι είναι βλάκες και εσύ η γάτα; Χαλάρωσες, άναψες ένα τσιγάρο και κάπνισες πάνω στις ανάσες και στα μοιρολόγια του κλαρίνου. Οδηγήθηκες ξανά στο σπίτι και έβαλες ξανά τις πιτζάμες σου λες και είχαν τα ρούχα εγωισμούς που κολλάνε. Ότι σκέφτεσαι έχει την ιδιότητα του διδακτικού για τους άλλους λες και όποιος σε συναντά θέλει να μάθει.
Σκέφτηκες τα βουνά που είχες μόλις περάσει και τα βουνά της τύχης που συνάντησες την φίλη σου σε ένα τόσο απρόσμενο για εσένα ραντεβού.
Εντάξει και εγώ πιστεύω ότι πρέπει να εξηγηθείς ωραία στη γκόμενα αλλά δεν είναι ούτε η αρχή, ούτε το τέλος. Το χα ξαναπεί αυτό πριν πολλά χρόνια και με άκουσες. Τώρα κάνεις σαν να μην το έχεις ακούσει ποτέ.




21.Πάλι με χρόνια, με καιρούς, πάλι δικά σου είναι...

Είχες να νιώσεις πολλά χρόνια. Σαν απολυμένος φαντάρος είχες τελειώσει με τις υποχρεώσεις σου. Όλα περίμεναν τη ζαριά σου. Εσύ ούτε τους κανόνες του παιχνιδιού δεν πρόφτασες να ακούσεις και έπεσες με τα μούτρα. Μέχρι να καταλάβεις πως για να είσαι μεγάλος παίκτης πρέπει να ξέρεις πόσα είσαι διατεθειμένος να χάσεις και όχι πόσα θέλεις να κερδίσεις. Όλα αυτά βέβαια είναι μπούρδες. Και χθες ένιωθες και προχθές. Απλά το λες για να μεγαλώσεις το τώρα. Έτσι και αλλιώς το πριν δε σε βολεύει και το μετά είναι επικίνδυνο για το τώρα. Καλά κάνεις. Παραμυθιάζεσαι για να περάσει ή ώρα καλύτερα. Δημιουργείς τις εσωτερικές σου αντιθέσεις για να πας μπροστά. Οκ. Όλοι χρειάζονται κάποιου είδους ναρκωτικό για να το κάνουν. Εσύ είσαι εργαστήριο από μόνο σου. Έχεις μια παιδική συνήθεια να φοράς ρούχα με τσέπες και να έχεις μέσα τους άσχετα πράγματα. Ένα στυλό δεν μπορούσες να όμως να έχεις. Έλεος! Μόλις έχασες μια σκέψη που δεν την είπαν οι σοφοί που ξέρεις, οπότε δεν την είπε κανένας.
Είσαι ωραίος τύπος σε σχέση με τους άλλους. Τα χρόνια σου φέρθηκαν καλύτερα από τους άλλους. Θα μπορούσες να γίνεις και εσύ καμιά διακοσαριά κόκαλα δεμένα μεταξύ τους, με μουσούδα αφεντικού και σαν βαρύ πεπόνι να περιφερόσουν σαν σκύλος γύρω από γυναίκες που δεν σε ξέρουν καλά. Όταν σου μιλούν για καμιά μεγάλη μπίζνα δεν έχεις πολλά να πεις αλλά όσα χρόνια και να περάσουν, όσα τρελά επεισόδια να γίνουν στα εξελικτικά προτσές, τις γυναίκες θα τις αφήνουν αδιάφορες. Δεν τις αφήνει το μητρικό τους ένστικτο, ή πρωτόγονη ανάγκη για αναπαραγωγή και ασφάλεια. Εκεί εμφανίζεσαι εσύ. Για αυτό η φίλη σε συμπαθεί όλο και περισσότερο. Φταίει το περιβάλλον της μάλλον φαντάζεσαι. Εσύ απλά φροντίζεις να μην το αλλάξεις εξ ολοκλήρου. Κάπως έτσι μετριοπαθείς γίνανε και οι πολιτικές σου πεποιθήσεις. Πλήρη αντανάκλαση της φωτογραφίας της ζωής σου.
Αν ήσουν και εσύ εικοσιπέντε χρόνια νεότερος θα πετούσες πέτρες στον εαυτό σου. Πρώτος στη γιούχα. Αλλά όταν είσαι δίπλα της είσαι νέος. Θέλεις και κάνεις τρέλες. Θέλεις και τρέχεις να της πάρεις ότι ζήτησε μέσα στα άγρια μεσάνυχτα αν και δεν σού είπε πως είναι έγκυος. Θέλεις να ακούσεις όσα θέλει να σου πει χωρίς να τα ξεράσεις σε κάποιο πρόσωπο. Θέλεις να ζεις. Καμιά φορά σκέφτεσαι την πρώην γυναίκα σου, μετά τον πρώτο σου έρωτα και τέλος τη γυναίκα που αγάπησες και σε άφησε γιατί δεν ήξερες πως να της το δείξεις. Τότε που νόμιζες ότι όλα είναι μεγάλα λόγια που έχουν ειπωθεί. Ακόμα την αγαπάς και ας έχεις να τη δεις χρόνια. Ακόμα την αποφεύγεις και ας θέλεις να τη δεις. Γυρίζεις στο πρόσωπο της φίλη σου, της δίνεις ένα φιλί και πηγαίνεις να κοιτάξεις στον υπολογιστή την ηλεκτρονική σου αλληλογραφία. Κάθε φορά που βλέπεις καινούρια μηνύματα χαίρεσαι πριν δεις καν από ποιον είσαι. Δεν ξέρεις γιατί. Σε προβληματίζει που την λες ακόμα φίλη σου. Σε προβληματίζει όπως τον Αϊνστάιν ο υπολογισμός των μισών της χιλιάδας. Σαν γοητευτικό πρόβλημα που ενώ έχει λύση εσύ θέλεις να βρεις άλλη. Μια πιο κομψή. Ίσως επειδή κοίμισες πριν χρόνια τις καλλιτεχνικές σου ανησυχίες και τώρα πολεμάς την μετριότητα με την αλλοφροσύνη.
Όλα πάνε καλά. Όλο αυτό σου έρχεται να πεις. Πότε είναι ευχή, πότε ανάγκη, πότε προσευχή και πότε φυλακή. Εξαρτάται από το πως το βλέπεις. Με ποια μάτια βλέπεις τον κόσμο. Αν είναι τα δικά σου, κάποιου άλλου, κάποιων άλλων. Αν είναι καστανά, γαλανά, μαύρα. Αν έχουν προβλήματα, αν έχουν δυνατότητες.
Δεν έχεις και άδικο που το σκέφτεσαι έτσι. Να που αρχίσαμε να συμφωνούμε μετά από τόσα χρόνια και κάπου.
22.Άλλο να βλέπεις και άλλο να ματιάζεις...

Εσύ δεν έχεις μάθει ούτε στα σαράντα σου να τα ξεχωρίζεις. Άλλο ρε βλάκα βρασμός και άλλο ο οργασμός. Το νερό βράζει, οι γυναίκες βράζουν άλλα το νερό δεν εκρήγνυται. Οι γυναίκες είναι βόμβες και εσύ καλά θα κάνεις να αποφεύγεις να κάνεις τον αναπτήρα όταν δεν χρειάζεται. Έτσι που μάτιαζες τη φίλη σου εκείνο το βράδυ που κάτι την απασχολούσε και δεν ήθελε να σου το πει έγινε βόμβα νετρονίου, ατομική βόμβα. Τα μεγάλα λόγια που φύτρωσαν λόγω ραδιενέργειας έπεσαν βαριά στο στομάχι σου. Το πως άντεξες και δεν τα ξέρασες στα μούτρα της ακόμα ερευνάται. Εύχεσαι μόνο να μην άφησαν κανένα εγκεφαλικό όγκο γιατί ταΐζοντας το θα έλθει ή ώρα του τοκετού και τότε ο Δούναβης θα μοιάζει ρυάκι καλοκαιρινής βροχής σε ότι θα βγει. Όπως έλεγε και το παλιό τραγούδι «ήρεμα ήρεμα δεν είσαι τρομοκράτης...». θα σου περάσει ο πονοκέφαλος. Δεν είναι τίποτα. Τόσα χρόνια δεν το συνήθισες?
Άκουσες ένα δίσκο των Πινκ Φλόυντ, ήπιες το ουισκάκι σου και ήλθες στα ίσα σου. Σου ζήτησε μια συγνώμη υψηλών συχνοτήτων και σου φάνηκε σαν τη νότα που έλλειπε από ένα νοσταλγικό σόλο. Αυτά που σε βάζουν σε μια θέση επιθυμίας για συνέχεια. Ολοκληρώθηκε η μελωδία.
Η μουσική είναι πιο τίμια τέχνη. Σου λέει ακριβώς αυτό που θέλει χωρίς να σε αναγκάζει. Τυλίγεται πάνω σου έτσι όπως θέλεις και έτσι όπως μονάχα το τέλειο μπορεί. Έχει γυναικείο όνομα γιατί λειτουργεί με όλους τους ρόλους της γυναίκας. Εκείνο το βράδυ ευχαριστήθηκες τόσο πολύ. Όσα και να κέρδισες τα ξόδεψες όλα εκείνη τη νύχτα. Ήταν από εκείνες τις βραδιές που όταν τελειώσουν και είσαι ρέστος γελάς σαν μικρό παιδί λαχανιασμένο απ' το παιχνίδι. Ξεγελάς την κούραση σου, το χρόνο και ύστερα από μια τρικυμία κάνεις ρεσάλτο στην αγκαλιά της φίλης σου. Δεν θέλεις ούτε να καπνίσεις, ούτε να πιεις καφέ. Ρε μπας και πέθανες και δεν το ξέρεις; ο χρόνος που αφιέρωσες μακριά της σε κάποιες δουλειές και κάτι τέτοια πέρασε χωρίς κανένα άγχος, χωρίς κάποιο ιδιαίτερο βάρος. Απλά πέρασε μέχρι να την ξανασυναντήσεις. Έτσι απλά άλλαξε ο τρόπος που βλέπεις. Έτσι απλά είδες τα πράγματα στην κίνηση τους και περπάτησες πότε παράλληλα και πότε τέμνοντας χαλαρά και ευσυνείδητα.
Εγώ στο λέω πάμε καλά. Τώρα αν θέλεις να με ακούσεις, άκουσε με.


23.Η μούντζα...

«Μπορεί για 'σένα μια πρόταση να σημαίνει ένα συγκεκριμένο πράγμα αλλά για αυτή όχι. Αν ποτέ ζήσει για αρκετό καιρό ανάμεσα σε ξένους ανθρώπους και βρεθεί να εξαρτάται από αυτούς, θα καταλάβει τις δυσκολίες που αντιμετωπίζεις». Το θυμήθηκες και αυτό για να δικαιολογήσεις τις ανοιχτές παλάμες που κρυβόταν για μεγάλο διάστημα πίσω από τα μάτια της, σα μούντζες. Μπορεί βέβαια να ήταν και ζητιανιά.
Ενώ γνωρίζεις ότι απλά θα συναντήσεις μετά τη δουλειά τη φίλη σου έχεις ένα άγχος λες και έχεις ραντεβού με την ιστορία. Έκανες την καθημερινότητα σου σοβαρή υπόθεση. Δεν αντιμετωπίζεις καμιά δραστηριότητα σου επιφανειακά. Όχι ότι λύνεις διαφορικές εξισώσεις για να βρεις το νόημα της ζωής ή έγινες σνομπ και παίζεις με τις πιθανότητες. Απλά αναδόμησες συθέμελα το νόημα. Έκανες συμβόλαιο με αυτό που θέλεις. Έκανες σύμβολο ότι θέλεις. Έκανες ότι θέλεις. Σαν να σταμάτησες να λειτουργείς ως υπολογιστής. Δεν μάζευες πια δεδομένα για να δεις τι θα προκύψει. Ούτε σκεφτόσουν λύσεις για να αναζητήσεις επιβεβαίωση.
Άρχισες να συμπαθείς περισσότερο τον εαυτό σου και έτσι το βάρος κάθε μούντζας μπορούσες να το σηκώσεις. Δεν φτιασίδωνες καμιά αλήθεια στη ζωή σου. Η αλήθεια δεν κρύβεται. Το έμαθες αυτό. Καμιά φορά την κρύβεις επειδή βολεύει, άλλες χωρίς να το θέλεις. Τώρα δε βολεύει αλλά ούτε και θέλεις. Πέρασες κύματα μεγάλα αλλά τώρα που δεν δείχνεις ανωτερότητα που τα πέρασες δεν δείχνεις απατεώνας. Μεγάλωσες. Άλλοι παντρεύονται, κάνουν οικογένεια και νομίζεις ότι ακόμα μένουν με τη μάνα τους. Σαν να περιμένουν ακόμη τα άλλα παιδάκια να παίξουν. Έμαθες πολλά από τη θητεία στο πανεπιστήμιο της θεωρίας και της πράξης. Βέβαια ακόμα δεν μπορείς να πεις ακριβώς τι θέλεις. Όταν κοιτάς ένα καναρίνι που φτερουγίζει λίγο μέσα στο κλουβί του και το ακούς να κελαηδά τόσο ωραία δεν σε πολυνοιάζει το αν τραγουδά για την ελευθερία, το θάνατο ή τη μοναξιά. Το μεγαλείο του «κοιτάμε την πάρτι μας» είναι και δικό σου οικόπεδο. Αυτό το δίνεις αντιπαροχή μονάχα όταν ο Θάνατος βολτάρει στα σοκάκια σου για να πάρεις ρετιρέ θλίψης. Να κλαις αλλά να σε χτυπάει ο αέρας. Δεν θέλεις να καταλάβεις πως η μούντζα είναι η πιο απλή πράξη αποδοκιμασίας. Πρέπει να ζει χιλιάδες χρόνια. Είναι αυτό που κάνεις μετά από μια συνειδητή ή ασυνείδητη αυτοκριτική σου. Μετά από μια σύγκριση. Είναι ότι δεν θέλεις και μπορείς να πεις. Είναι ότι εννοείς. Είναι η απάντηση στη σιωπή που δεν έχει πρόσωπο. Αυτό είναι η επίγνωση της κατάστασης σου.
«Ζήσε και άσε τους άλλους να πεθάνουν» σου έλεγα εγώ, ο Τζέιμς Μποντ και εσύ το έκανες δικό σου. Ζεις και αφήνεις τους άλλους να πεθαίνουν. Στην Ελλάδα, ιδιαίτερα στη σύγχρονη επικράτησε το «άστους να κουρεύονται» έπρεπε να σου λέω καθώς οι αστοί συνεχίζουν να πορεύονται επάνω σου. Μάλλον είναι το ίδιο ρητό αν συνυπολογίσεις το βάρος του συνολικού μέσου κοινωνικά νου. Αν προσθέσεις και το δικό σου δεν θα διαταράξεις την κατανομή. Το ξέρεις αυτό.
Έτσι εκεί που όλοι νόμισαν ότι θα λυγίσεις υπό το βάρος των εξελίξεων, εσύ περνούσες καλά με τη φίλη σου, τους φίλους σου και γενικά κοιμόσουν λίγο και ήσυχα τα βράδια. Ήσουν για μούντζωμα δηλαδή αλλά δεν σε ένοιαζε.
Δεν σε ένοιαζε τίποτα. Καλά κάνεις. Εγώ αν ήμουν εκεί και με άφηνες θα τους έβριζα κιόλας όλους. Έτσι για να γουστάρω παραπάνω.

24.Η Συνάντηση, η Σύμπτωση και οι δρόμοι που περπάτησες...

Με την πρώην γυναίκα σου τα πήγαινες καλά. Μιλούσατε λίγο στο τηλέφωνο. Της έστελνες κανένα e-mail και για κάποιο διάστημα κάνατε και chat στο διαδίκτυο. Μετά από λίγο όμως κόψατε το τελευταίο γιατί τέτοιου είδους απρόσωπες επικοινωνίες βοηθάνε στην απελευθέρωση της σκέψης και μπορεί να ειπωθούν και χοντράδες ή να διογκωθούν τα πράγματα. Όταν μιλάς με τέτοια μέσα σου δημιουργούν την ψευδαίσθηση ότι είσαι μόνος και ταυτόχρονα ασφαλής. Οπότε λες πολλά. Έτσι είπες πολλά και είπε και αυτή άρα καλά κάνατε και συναποφασίσατε να το κόψετε.
Είχε αφήσει κάτι βιβλία στο σπίτι σου και μετά από τόσα χρόνια τα ήθελε γιατί της χρειαζόταν. Της είπες να συναντηθείτε για να της τα δώσεις γιατί την κατανοούσες. Εξάλλου το έκανες και εσύ αυτό. Είναι η μόνη φυσική ιδιότητα του ανθρώπου που έχεις εμπειρικά αποδείξει. Αφήνουν κάτι πίσω για να έχουν λόγο να γυρίσουν. Τα ζώα είτε το λένε πως κάποια στιγμή θα θέλουν να γυρίσουν ή όντως δεν θέλουν. Τα δέντρα πάλι δεν σου ζητάνε ποτέ λογαριασμό που έκατσες στον ίσκιο τους. Μονάχα ρετσίνι βγάζουν για δάκρυ καμια φορά και αυτό πάλι κάτω το ρίχνουν.
Έχεις αφήσει ακόμα πράγματα στην πρώτη σου αγάπη. Τα πράγματα είναι πιο δύσκολο να φθαρούν από τα λόγια. Ξέρεις για παράδειγμα ότι έχεις αφήσει ένα βιβλίο σου αλλά δεν θυμάσαι ακριβώς όλες τις υποσχέσεις σου. Δεν θυμάσαι ότι της είπες και ότι της έγραψες. Περιμένεις κάθε φορά με ένα υπερκινητικό στο σώμα σου άγχος τη συνάντηση ή τη σύμπτωση. Τότε που θα πεις ένα γεια τόσο αδειανό, τόσο γεμάτο, βιβλίο ολόκληρο να σε ξαναγαπήσει. Και έπειτα μια Πυκνή βροχή, υδράργυρος στο δέρμα, χοντρές τρεχιές παντού σε περιμένουν να κρεμαστείς κάτω απ΄ τα σύννεφα, να μην πατάς στις λάσπες που μισείς, να ξεπλυθείς μια και καλή ,να πάψει αυτή η αναφυλαξία σιωπής που όλο σε πιάνει και δεν τη θέλεις, να βγεις αθώος στο δικαστήριο που στήνεις. Κρυοπαγήματα παθαίνουν οι σκέψεις σου, φεύγουνε πιο μπροστά από εσένα, ξεμακραίνουν, πόνου βουνά και δέντρα αγριεμένα που βιάζουν τους περαστικούς, τους μαστιγώνουν για να ξεχνάνε με το ζόρι το όνομα της. Επιστρέφεις αναβαπτισμένος και μουγγός προσπερνώντας αυτές τις ιστορίες και είσαι έτοιμος να τη συναντήσεις.
Τη συνάντησες και αφιερώσατε τα πρώτα δέκα λεπτά σε κουβέντες που δεν θα προφτάσουν να βγούνε ούτε από την πόρτα της καφετέριας. Θα ξεχαστούν αμέσως. Έτσι όμως πάνε αυτά με τους μοντέρνους ανθρώπους. Μην κοιτάς που δεν είσαι και εσύ ντυμένος πιγκουίνος. Οι πιγκουίνοι τουλάχιστον ξέρουν και κολυμπάνε στο νερό. Εσύ νομίζεις ότι πετάς ενώ πνίγεσαι αλλά και ούτε να κολυμπάς ξέρεις. Τι ναρκωτικά έχεις πάρει σε αυτή τη ζωή; Μονάχα αυτή η οργή για όσα δεν θα πεις είναι που σε σώζει.
«Ο χρόνος που είναι ο χειρότερος γιατρός» είναι που σου έδωσε κάποια δυνατότητα να ανιχνεύσεις αν η πρώην γυναίκα σου είναι καλά. Το ίδιο ίσχυε και για αυτή. Αλλά αυτές οι κουβέντες κόβονται πάντα πριν σιγουρευτείς. Για αυτό κατηγορείς την επιστήμη. Πριν χρόνια υπήρχε η άγνοια και η γνώση. Τώρα υπάρχει και η πιθανότητα που εκτός από συχνότητα είναι και κάτι που ταλαντεύεται μεταξύ αυτών των δύο. Της έδωσες τα βιβλία, πιάσατε λίγο τη κουβέντα για το παιδί και εσύ βγήκες όπως πάντα ο άνετος του στυλ «άστο να ωριμάσει και να κάνει ότι θέλει». Έπρεπε να σου κάνει καμιά πλάκα και να σου πει ότι θα αλλάξει φύλο και θα δοκιμάσει την τύχη του στο Χόλυγουντ. Τότε η μαγκιά σου θα γινόταν τσιχλόφουσκα μικρού κοριτσιού. Εκείνη τη στιγμή ένα μικρό κοριτσάκι ήλθε και σου πήρε τα κλειδιά από το τραπέζι. Μάλλον της φάνηκε ενδιαφέρον το μπρελόκ για παιχνίδι. Έτσι είναι τα κλειδιά που κουβαλάς. Έτσι πρέπει να τα αντιμετωπίζεις και εσύ. Άλλες πόρτες κλείδωσες, άλλες άφησες ανοιχτές στο λαβύρινθο της ζωής σου χωρίς ιδιαίτερη σημασία. Η ουσία είναι ότι ούτε ξέρεις ποιο είναι για κάθε πόρτα για αυτό δοκιμάζεις άλλα ούτε και σε ποιον είναι χρήσιμα.
Της έπιασες την κουβέντα σαν ίση προς ίσο μάλλον για να χαλαρώσεις. Η ομορφιά των παιδιών είναι το καλύτερο ναρκωτικό. Οι πράξεις είναι πάντα συμβολικές για τους μεγάλους ανεξάρτητα από το αν τις αναγνωρίζουν έτσι. Η αγάπη τους για αυτά πηγάζει ακριβώς από εκεί. Σου θυμίζουν ότι μπορείς και σε βοηθούν να ξεχάσεις τι θέλεις. Η μητέρα της ήλθε από πίσω σου για να τη μαζέψει και με το που την άκουσες συντάραξες τον κόσμο των πιθανοτήτων. Το επιβεβαίωσες στα μάτια της πρώην γυναίκα σου που και αυτή έμεινε έκπληκτη για λίγο κοιτώντας την παλιά σου αγάπη, αυτή που απέφευγες ακόμα να τη συναντήσεις. Την ήξερε και αυτή, όχι ότι είχανε και ποτέ σχέσεις αλλά περπάτησαν μαζί κάποιες στιγμές. Χαιρετηθήκατε εγκάρδια και πριν προλάβεις να της πεις όσα ποτέ δεν είπες της ευχήθηκες «στο καλό και καλή συνέχεια». Σου φάνηκε ακόμα η πιο όμορφη γυναίκα που πέρασε από τη ζωή σου, πράγμα που ποτέ δεν άλλαξε όλα τα χρόνια πάρα τις προσπάθειες όσων βρισκόταν γύρω σου και τη γνώριζαν. Η κόρη της σίγουρα θα γινόταν καλύτερη. Είχες αποκτήσει πλέον το θάρρος να μην αναζητάς φανερά μια αντάμωση και να δείχνεις στις συμπτώσεις ηλίθιος. Έτσι προσπέρασες αυτή την σύμπτωση με μια ανωτερότητα που μόνο οι οδηγοί ακριβών γρήγορων αυτοκινήτων στην εθνική οδό έχουν. Μπράβο. Εύγε.
Η γυναίκα σου είπε πως δεν έχει πολύ χρόνο και εννοούσε ότι δεν έχει πια τίποτε άλλο να σου πει. Εσύ το κατάλαβες και την άφησες να πάει στο καλό. Ούτε και εσύ είχες τίποτε άλλο να πεις και ήθελες και να γυρίσεις στη φίλη σου για να πάτε σινεμά. Αυτές οι τυπικότητες είναι πολύ περίεργες ακόμη κι για εσένα που περνιέσαι για εραστής της προόδου. Εδώ την άλλη την έχεις δει γυμνή τόσες φορές και άλλες τόσες γυμνός από τα βάρη του κόσμου και του περιττού της είπες τόσα μεγάλα λόγια αγάπης και τώρα κάνεις τον άνετο. Άνεση είναι μια αναπαυτική για το σώμα πολυθρόνα μπροστά στο τζάκι του σαλονιού σου. Όχι η ίδια πολυθρόνα στην ταράτσα όταν βρέχει. Εκεί είναι μάλλον διαστροφή. Καλά τα σκέφτηκες. Εγώ έλεγα ότι θα κάνεις καμία πατατιά αλλά καλά εξηγήθηκες.

25.Τα προσεχώς

Έχεις γούστο στις ταινίες. Παλιά δεν το πίστευε και κανένας αλλά η συνεχή παρακολούθηση και η εμμονή σου στις παρέες που στην αρχή το παίζανε και αυτές κριτικοί κινηματογράφου, απέδειξε την αισθητική σου. Πήγατε να δείτε μια ταινία παλιά σε ένα παλιό σινεμά. Δεν σου αρέσουν οι πολυχώροι με τις ανέσεις τους και παρόλο που θέλεις να παίζεις το παιχνίδι της νιότης δεν τους ανέχεσαι. Υπάρχουν Σούπερ Μάρκετ για τα πάντα αλλά εσύ εκτιμάς το μεράκι. Είχες βρει άλλη μια φυσική ιδιότητα των ανθρώπων. Τους ξεχώριζες από τους πίθηκους. Αυτών που έχουν το προνόμιο να τους αγαπάνε. Το μεράκι δεν πουλιέται σε πολυχώρους, δεν χρειάζεται ένα τεράστιο πάλκο, θέατρο με μεγάλους θιάσους να φανεί. Φωλιάζει ακόμα και στις καλησπέρες. Έχει τέτοια ερωτική σχέση με το περιεχόμενο που η μορφή του είναι μια απλή φωτογραφία της σχέσης τους. Αυτό το στοιχείο σου έχει μεγάλη βαρύτητα στην καρδιά της φίλη σου. Υπολογίζει πάντα και αυτό στα μαθηματικά της ζωής της.
Η ταινία ήταν κορεάτικη . Μια σύγχρονη τραγωδία όπως είχες πει όταν την είχες πρωτοδεί. Είχε τόσο ξεκάθαρα και υπερβολικά όλα τα στοιχεία της ζωής απέναντι στο θάνατο. Ντυμένη με τα ρούχα της εποχής να λιγώνει μοιρολογώντας το αρχαίο δράμα και να κινείται χαλαρά και υπνωτικά στη γειτονιά σου. Να χρησιμοποιεί το χρόνο μόνο για τις ανάγκες της συνέχειας της. Κατά τα άλλα να κάνει καζούρα στα ρολόγια που δεν μπορούν να την αγγίξουν.
Είχατε ξεχάσει πόσο σας άρεσε και τους δύο. Στο διάλειμμα που βγήκατε να καπνίσετε συναντήσατε κάποιους παλιούς γνωστούς και πιάσατε την κουβέντα για την ταινία. Ούτε καν ρώτησε ό ένας τον άλλον ποιος είσαι και τι κάνεις. Αισθάνθηκες πολύ ωραία και ήσουν σίγουρος ότι το ίδιο συνέβη και στη φίλη σου. Ίσως να ήταν αυτό το πρωτόγονο όμορφο συναίσθημα του «γίνομαι μέλος μιας ομάδας». Ή του αρχαίου «γίνομαι μέλος ενός συνόλου». Ίσως να ήταν και κάτι παραπάνω. Μετά πήγατε για ένα ποτό σε ένα μαγαζί που είχαν καθίσει κάτι φίλοι. Τα είπατε, γελάσατε, σοβαρευτήκατε, γίνατε λίγο αλήτες και λίγο πριν μαχαιρωθείτε όπως συνήθως γίνεται σε ιστορικές παρέες φύγατε για το σπίτι.
Η φίλη σου πήγε να κάνει ένα ντους και εσύ συνειδητοποίησες ότι η απογευματινή συνάντηση και σύμπτωση δεν άφησαν τίποτε άλλο παρά μια πικρόγλυκη γεύση στο στόμα σου σαν κάτι πρωινά ευχάριστα τσιγάρα. Αυτόματα σαν κάτι να σε έσπρωχνε πήγες και εσύ στο μπάνιο να κάνεις τρέλες με τη φίλη σου. Όλα πήγαν καλά. Το ξημερώσατε και πήγατε πτώματα στις δουλειές σας. Ήσαστε αντιπαραγωγικοί και αυτό σας ευχαριστούσε. Ίσως επειδή ικανοποιούσατε τις αριστερές σας σκέψεις. Γυρίσατε σπίτι, ο καθένας διάβαζε κάποιο βιβλίο και στο τέλος η φίλη σου σηκώθηκε από το κρεβάτι και ήλθε να στριμωχτεί στο καναπέ που σε είχε πάρει ο ύπνος. Κοιμόσουν αλλά φευγαλέα επιβεβαίωσες κάτι θεωρίες περί Άνεσης. Δεν έχει σημασία ο χώρος και ο χρόνος που σου δίνεται για να είσαι άνετος.


26.Αντίδωρο...


Ξύπνησες το πρωί με ελαφρύ πονοκέφαλο και πιασμένο σώμα. Τεντώθηκες και απέκτησες αμέσως εφηβική όρεξη. Έφτιαξες καφέ και ξύπνησες την φίλη σου με φιλιά και χάδια. Ανταποκρίθηκε και αυτή ανάλογα. Όταν πήγε στο μπάνιο πέρασαν σκέψεις στο μυαλό σου για να πούνε ένα γεια. Ήταν «με το διαβατήριο στο στόμα» που συνήθιζες να λες. Στο τέλος λένε θα δεις όλη σου τη ζωή να περνάει από μπροστά σου. Είτε συμπύκνωσες σε δυο δεύτερα τη ζωή σου, είτε έζησες τόσο λίγο. Αυτό όμως πια δεν είχε και πολλή σημασία ή μάλλον δεν δίνεις εσύ. Δεν σε νοιάζει το τι πήραν από εσένα πια. Ένας περαστικός πονοκέφαλος ήταν που τα έφερε όλα αυτά. Απλά σε ενοχλεί ακόμη όταν λένε ότι τους τα χάρισες. Ξανασκέφτηκες τη λέξη αντίδωρο και ασχολήθηκες λίγο μαζί της. Τα αποτελέσματα δεν ήταν αυτά που περίμενες αλλά όλοι εκτίμησαν την προσπάθεια μέχρι τώρα. θετικά ή αρνητικά δεν έχει και πολλή σημασία ή μάλλον δεν δίνεις εσύ. Όλα πάνε καλά...
27.Η μέρα εκείνη που δεν άργησε...

Ίσως ζούσες περιμένοντας αυτή τη μέρα. Δεν μπορούσες να καταλάβεις που οφειλόταν αυτός ο πονοκέφαλος. Γιατί είχε κρυφτεί στο δικό σου κεφάλι. Εκείνη τη στιγμή που ξεκινούσες. Στην εκκίνηση μιας καινούριας κούρσας. Ποια τύχη τον έφερε να κάνει παρέα σε αυτή την υπέροχη ελεγχόμενη μοναξιά που είχες κατακτήσει. Δεν είχες καν σκεφτεί κάτι που να ήταν αξιόλογο, αντάξιο για πονοκέφαλο. Όσα εκείνη τη μέρα είχες σκεφτεί, όλα όσα είχες να επιδείξεις ήταν μικρά, πολύ μικρά. Τόσο που σε έδειχναν μεγάλο, πολύ μεγάλο. Με την ευχαρίστηση ενός χορτάτου χοντρού. Με τον αέρα μιας ωραίας γυναίκας που είχες δει. Με τη δύναμη του εργάτη που βρίζει το αφεντικό του. Με την δίνη μιας ατέρμονης σκέψης πίσω από ένα τσιγάρο χασίς. Με το χορό ενός ροκ σταρ. Με την ύπαρξη σου ολάκερη υποδέχτηκες αυτό το πρωινό άστρο.
Ήσουν πανίσχυρος και από μόνος σου διάλεξες τη θέση των αδυνάτων. Αυτών που έχουν για κάποιο λόγο ένα ακαθόριστο πονοκέφαλο. Τώρα που έφερες με μαθηματική ακρίβεια την ισορροπία, τώρα που χώνευες τα αντίδωρα που σου προσφέρθηκαν, η φύση σε εκδικείται με αυτό τον πονοκέφαλο. Σε τρομοκρατεί χωρίς λόγο. Σου απαγορεύει την συνήθεια να κοιτάς και τη μεθεπόμενη σου μέρα. Τώρα που είχες βρει εξαρτήσεις που γουστάρεις να έχεις. Τώρα που είχες μάθει στο θάνατο να μην παίζει μαζί σου, που κέρδιζες κάθε παρτίδα όταν διάλεγες τα μαύρα, ο πονοκέφαλος πήρε μορφή και σε μουντζώνει από την άκρη του σκηνικού σου. Κρυμμένος σε κάποιες γωνίες του μυαλού σου, γυμνάστηκε από την ευφυΐα σου, μεγάλωσε με αυτή, σαραντάρισε όπως και αυτή. Δεν σε κοιτά πια αλλά αυτή τη μέρα σε μάτιασε. Ήλθε σου μίλησε με ειλικρίνεια. Αυτή τη φορά δεν μπόρεσες να τον αποφύγεις ούτε και με συμπτώσεις ευτυχίας. Περπατούσε χρόνια μαζί σου, πάντα στο κρύο, πάντα στη σκιά που βάρυνε μέρα με τη μέρα. Με τη μαγκιά που έκλεψε από εσένα τόσο χρόνια σου πρόσφερε το δικό του αντίδωρο. Σου πρόσφερε τον εαυτό του. Σου επέστρεψε ένα κομμάτι του εαυτού σου που είχε κλέψει.
Έκατσες λίγο στο μπαλκόνι μήπως βοηθήσει ο αέρας. Δεν είπες τίποτα στη φίλη σου. Δεν ήθελες να χαλάσεις την ημέρα που είχε γεννήσει αυτή η νύχτα. Ντρεπόσουν να κοιτάξεις και μέχρι και το ξημέρωμα. Λες και ο ήλιος θα καταλάβαινε ότι έχεις πονοκέφαλο. Μόλις άρχισε να βγαίνει εσύ έσκυψες το κεφάλι σου, σαν πρωτόγονος που βρήκε θεό για να λατρέψει, σαν δούλος στο βασιλιά - θεό που λάμπει με τα πλούτη του, σαν πρώτος χριστιανός μπροστά στο θαύμα της ανάστασης του Ιησού. Μα ο πονοκέφαλος δεν πέρασε. Ήταν αυτός που σε έπεισε πως ο ήλιος ήταν ο θεός, ο βασιλιάς σου, ό Ιησούς που τόσα έμαθες για αυτόν από μικρός. Ήταν και αυτό μια επιλογή σου. Μια από αυτές που έκανες με τα μάτια κλειστά. Τότε που νόμιζες πως άνοιγες δρόμο προχωρώντας μα έβαζες όποιον και ότι μπορούσες να προπορεύεται και πάνω τους κρεμόσουν. Τότε που πέταγες όποιον και ότι δεν σου άρεσε, ότι θωρούσες είναι βάρος. Όταν κουτσαίνεις δεν φταίνε τα παπούτσια σου που δεν μπορείς να τρέξεις. «Όταν μαθαίνεις συνέχεια να τρέχεις τότε είναι δύσκολο συνηθίσεις να περπατάς».
Έτσι απλά, από μιαν απροσεξία και ένα πονοκέφαλο, αυτό τον εγκεφαλικό τοκετό, ζύγισες τη ζωή σου σε δυο δεύτερα. Έκανες τον λογαριασμό με τις αγορές που είχες κάνει. Με ότι επέλεξες να κάνεις. Ξεχώρισες το πικρό που είχες χαρίσει και είχες πάρει, το γλυκό που συνάντησες τυχαία και το ξινό που είχες ραντεβού και πήγες βόλτα, ώσπου βούτηξες και γλύφοντας τον πάτο της θάλασσας της ζωή σου. Ένιωσες την αρμύρα να κολλάει στα κόκαλα σου. Έβρασες λίγο ανάβοντας τσιγάρο και επέστρεψες στη μέρα ανάλαφρος. Όλα είχαν ζωγραφιστεί για να σου αρέσουν, έβαλαν τα βελούδα τους, στα αυτιά σου η μουσική γεννιόταν για εσένα και εκείνο το φιλί που είχε αγαπήσει όλες της αισθήσεις σου ήταν ο επιθανάτιος ρόγχος, το κύκνειο άσμα του πονοκεφάλου σου. Είπες στη φίλη σου ένα γεια και έφυγες γιατί είχες πράγματα να λύσεις. Έβαλες στην άκρη το πονοκέφαλο.
Πρώτα παραδέχτηκες ότι επέλεξες. Πρώτα διάλεξες και αυτό για ένα ακαθόριστο λόγο νόμιζες ήταν αμαρτία, έπειτα λάθος, μετά ανάγκη και πότε πότε επιθυμία. Ήταν πάντα επιθυμία σου. Απλά δεν ήξερες πάντα ποιος ήσουν. Είχες μοιράσει τον εαυτό σου σαν αντίδωρο. Είχες νοικιάσει σκέψεις που δεν πλήρωσες και σου κάνανε έξωση. Δεν πλήρωσες γραμμάτια αγάπης και διαμαρτυρήθηκαν. Δεν χάριζες στην ομορφιά τη ζωή σου. Ήσουν συμβασιούχος δουλεύοντας στο παρόν με εργοδότη το τώρα και με αβέβαιο μέλλον. Οι λέξεις σε γνώρισαν καλά αλλά δεν σε έμαθαν. Και έτσι όπως περπατούσες μόνος, δίχως να μιλάς σε κανέναν καταλάβαινες πόσο σημαντικά ήταν τα πράγματα που πήγαινες να κάνεις. Έβλεπες τα κομμάτια του εαυτού σου που έπρεπε να μαζέψεις, άλλα για να πετάξεις, άλλα να χαρίσεις μα πιότερο από όλα έβλεπες εκείνα τα κομμάτια που είχες ξεχάσει πόσο τα αγαπούσες. Εμένα μόνο άφηνες στην απ’ έξω.















28.Το ταξίδι, το αντριλίκι και η μαμή .

Έκατσες και έγραψες σε ένα κομμάτι χαρτί. Έβαλες πάνω μια ημερομηνία. 31/11/.... «όλοι οι δρόμοι της Ανατολής ξανοίγονται στα μάτια σου. Κίνηση ανέμου στις κορφές, και λίκνισμα των φύλλων που όλο πέφτουν, και όλο σηκώνονται στη κάθε ανάγνωση τους. Ούτε μια υποψία προϊστορική δεν γράφτηκε στα βράχια και που σφίγγουν σαν ανυπόφορες αγκαλιές τους δρόμους. Ούτε ησυχία πριν το κυνήγι, ούτε χορός των θηραμάτων. Ένα βαθύ ποτάμι σκοτεινό ρέει από τα μάτια, αλλάζει δρόμους στα χαμόγελα, αγριεύει στα στήθη μιας γυναίκας και στάζει σαν κερί από τα χέρια σου μέχρι να σβήσει τις τελείες κάθε ορμής και κάθε σκέψης». Πότε δεν κατάλαβες τι ήταν όλα αυτά που κάθε τόσο σφήνωναν στο κεφάλι σου. Ούτε γιατί κάποια από αυτά καθόσουν να τα γράψεις. Προετοίμαζες ίσως σιγά σιγά την εντυπωσιακή σου έξοδο. Έτσι όπως βγήκες περνώντας από το αιδοίο στην πραγματικότητα. Από την αλήθεια στη γυναίκα. Από τη γυναίκα στην ύπαρξη. Από την ύπαρξη στη ζωή. Μπορεί να συμβιβάστηκες με το τυρρανικό παρελθόν και υποθήκευσες έτσι το μέλλον σου. Καμιά φορά έβλεπες πιο ξεκάθαρα τα πράγματα. Σαν να ατένιζες τον ορίζοντα, έτσι επίπεδα έδενες κάθε σκέψη με την κούραση μια τυχαίας πράξης. Πιανόσουν τρυφερά με τα πρωτοπαλίκαρα των βιβλίων σου και πλήρωνες με απουσίες τα διόδια του πολιορκημένου σου Μεσολογγίου.
Χωρίς προορισμό, μονάχα στόχο, ανέβηκες στο λεωφορείο που κατηφόριζε προς το κέντρο της πόλης. Κατέβηκες μια στάση νωρίτερα γνωρίζοντας ότι θέλεις να πας στην επόμενη. Άναψες τσιγάρο και περπατώντας έφτυσες στα μούτρα κάθε Ευρωπαίο πολίτη, κάθε πολίτη που η κουλτούρα του είναι να κατοικεί στις πόλεις και να δείχνει σε όλους πόσο ακίνδυνος είναι. Έφτυσες όσους χρόνια κρατάνε αυτή την πόλη άδεια. Σε όσους κρατάνε τα φώτα ανοικτά και κοιμούνται ξύπνιοι κάθε βράδυ. Περίμενες το γιό σου έξω από το φροντιστήριο του. Βγήκε με κάτι φίλους του, πτώμα κινούμενο. Είπες ένα ξερό γεια και τον πήρες μαζί σου. Πήγατε κάπου μακριά να φάτε αυτό που σου άρεσε. Του φαινόταν απολύτως φυσιολογικό που έμεινες με άλλη γυναίκα. Του το είχε εξηγήσει η μαμά του. Αυτή που πρωταγωνιστούσε στη ζωή σου τόσα χρόνια. Στην αρχή σου άρεσε αυτό αλλά μετά του είπες ότι δεν κάνουν έτσι οι μπαμπάδες. Παραξενεύτηκε αλλά δεν άφησες περιθώρια και συνέχισες. Τού είπες και άλλα οπισθοδρομικά που πολλοί θα συμπέραναν ότι γεννήθηκες πριν τον πρώτο παγκόσμιο. Μετά τον ρώτησες τι θέλει να κάνει. Αυτός σου είπε ότι αν αργήσει θα φωνάζει η μαμά. Μετά σου είπε πως θέλει να πάει να παίξει στον υπολογιστή του. Να σταματήσουν να υπάρχουν οι καθημερινές μέρες. Να ψηλώσει. Να ρίξει μια γκόμενα, τη Μελίνα που του αρέσει. Να μεγαλώσει γρήγορα μέχρι να γίνει νέος και μετά στοπ. Να βγάλει λεφτά για κεράσει τους φίλους του. Ήθελες άλλα τόσα να σου πει αλλά η πείνα δεν τον άφησε να μιλήσει. Έκανε κατάληψη στο στόμα του και δικαιώθηκαν τα αιτήματα του στο γεμάτο στομάχι. Του είπες απλά να μην αργήσει.
Του είπες επίσης να μην ακούει κανέναν. Να κάνει ότι νομίζει καλύτερο για αυτόν. Να γυμνάζει κάθε μέρα το μυαλό του με τέτοιες σκέψεις. Τού είπες πράγματα που οι γύρω θα συμπέραναν ότι είσαι παιδί του 5ου παγκοσμίου πολέμου. Ούτε και εσύ ξέρεις πως σου ήλθαν. Μια ακαθόριστη δύναμη σε σπρώχνει. Μια δύναμη ξεκολλάει από πάνω σου ότι είχες μάθει. Μια τυχαία πρόσθεση και μια τυχαία αφαίρεση ακονίζουν κάθε τόσο τη γλώσσα. Η γλώσσα πάει μόνη της εκεί που της αρέσει και ξεφεύγει από εσένα. Είναι Ανεξέλεγκτη. Το μυαλό σου χρησιμεύει μόνο για να λειτουργεί το κύκλωμα. Έχει πια ρόλο βοηθού. Παλιά έπαιρνε μεταθέσεις συνεχώς σαν χαμηλόβαθμος αξιωματικός αλλά τώρα καθαιρέθηκε. Απαλλάχτηκε από τα καθήκοντα του. Απολύθηκε. Το μόνο που κέρδισε ήταν μια αποζημίωση πενιχρή. Να λειτουργεί για να υπάρχεις. Πήρε πίσω τα σπασμένα όπως φώναζες κάποτε.
Η παλινδρόμηση δεν είναι ποτέ γραμμική. Ότι δεν μπορείς να περικυκλώσεις στη ζωή το κάνεις μια ευθεία στο χαρτί. Το ξέρεις. Αν ήταν έτσι δεν θα παραγόντουσαν βιβλία αλλά θα γράφαμε όλοι υποχρεωτικά τα ημερολόγια μας για να έχουμε να πουλάμε. Ήλθε ο καιρός να απαντήσεις μόνος σου. Μόλις εισήχθης στο μαιευτήριο. Όλα όσα σκέφτηκες ήταν πόνοι περιόδου, μια κλωτσιά στα αρχίδια, παυσίπονα που χάνουν με τον καιρό τη γοητεία και την επίδραση τους. Δεν θυμάσαι πότε αλλά τώρα, μπροστά στον τοκετό δεν έχεις λόγους έρευνας ούτε δικαιολογίες επισκληριδίου. Είναι ο καιρός της γέννας, διάλεξε μαμή και βάλε το αντριλίκι στο ράφι. Δε με ρώτησες αλλά ήξερες ότι και εγώ θα σού έλεγα ότι είναι τελευταία ευκαιρία.

29.Ήλθε ο καιρός να τα πεις έξω από τα δόντια...

Έμαθες ότι πολλοί, οι περισσότεροι κοιτάνε τον εαυτούλη τους. Δεν διαφέρεις και πολύ από αυτούς. Έτσι κάνεις και εσύ. Όταν βράζει το νερό και όταν παγώνει σκέφτεσαι πως να γλιτώσεις, πώς να κερδίσεις, όχι τα χαμηλά και τα ψηλά παιχνίδια του υδραργύρου αλλά τη ζωή. Μετά όσο και να τα σκέφτεσαι βαυκαλίζεσαι. Τι πάει να πει ότι στέκεσαι αυτοκριτικά στη ζωή σου; Όταν η αυτοκριτική έχει συνέχεια για ’σένα σημαίνει ότι βρίσκεσαι σε ένα σταυροδρόμι. Ή δεν τα βρίσκεις με τον εαυτό σου ή δεν τον βρίσκεις. Η μετάνοια, ο εξωτερικός δικαστής, οι θρησκείες και οι ιδεολογίες όλες είναι για αυτό το λόγο. Είναι σαν αποχή από το μάθημα για ένα καλύτερο μέλλον. Αν συνέχεια το κάνεις τελικά δεν θα μάθεις ούτε καν ότι κέρδισες. Το πρώτο πράγμα που θα κάνεις είναι να δώσεις επίθετα στο περιβάλλον σου για να σε χαρακτηρίσουν.
Είσαι χοντρός, κοιλιόδουλος, τρελός, υπολογισμένος, προγραμματισμένος, υπερκινητικός, αργόσχολος, χαβαλές, μπερδεμένος, αγχώδης, ψυχοπονιάρης, άρρωστος, γκομενιάρης, ερωτύλος, μοναχικός, εγωιστής, πικρόχολος, αλήτης, χορευτής, βαρύ πεπόνι, σιγανό ποτάμι, βαρδάρης, λίβας, χιονοθύελλα, κονσέρβα σε σούπερ μάρκετ, νευρικός, άτονος, ρυθμικός, ταξίμι δίχως τέλος. Κανένας δεν ξεχνά κάθε μέρα να σου τα θυμίζει. Για να μπορείς να σταθείς αυτοκριτικά!
Και όλα τα βλέπεις σαν καμπύλες μαθηματικές, εξισώσεις μεγάλες που δεν έχεις για όλες χρόνο να τις λύσεις. Επιθετικές και αμυντικές στέκονται πάντα μπροστά σε ένα λευκό χαρτί για να λυθούν ή παραμερίζουν ευγενικά αφήνοντας τη μεταβλητή του χρόνου παραπονεμένη. Αναπτύσσονται σιγά σιγά τρώγοντας λίγο κάθε μέρα από την όρεξη και καταπίνοντας χάπια ενέργειας που ούτε τη μετράς, ούτε την πακετάρεις σε δώρα. Ενέργεια που δεν αλλάζει κατάσταση. Είναι σαν μπαταρία που δεν ταιριάζει πουθενά. Σαν δίσκος που δεν αναπαράγεται πουθενά. Τεράστια ενέργεια σαν τάμα σε μοναστήρι, ξοδεμένη από τα πριν.
Η συχνότητα και η πυκνότητα δεν είναι ουσία για ‘σένα. Δεν είναι καν περίβλημα του μέτρου. Κάθονται πάντα σαν ομίχλη πάνω στα βουνά σου. Απλώνονται σαν πάχνη στα σπαρτά σου. Ομορφαίνουν τις περιοδικές σου βόλτες. Όμως όταν οι βόλτες σου πληθαίνουν, η υγρασία σκάβει βαθιά τα κόκαλα σου αφήνοντας μορφασμούς που γίνονται ρυτίδες, κουσούρια για να σου χτυπάνε φιλικά τη πλάτη οι γνωστοί. Και είναι τόσο ανυπόφορα αυτά τα φιλικά χτυπήματα. Σαν θέλουν όλοι να μην ψηλώσεις. Δεν τα ζητάς τόσο συχνά, δεν τα ζητάς τόσο πυκνά. Είτε τα δέχεσαι είτε τα αρνείσαι αυτά συντίθενται και πήζουν με το χρόνο, αφήνουνε στο πάτο τα κατακάθια τους. Έτσι χωρίς τυμπανοκρουσίες και τελετουργίες ήλθε και σε ‘σένα αυτό το ποτήρι.
Και είπες «άντε στην υγειά μας». Ήλπιζα ότι έβαλες και εμένα σε αυτόν τον πληθυντικό.



30.Ακόμη ένα ποτηράκι....

Μπροστά σε όλα αυτά τη συνάντησες. Ήταν ψηλότερη και δεν μπορούσε να κρυφτεί πίσω από άλλους. Το τι της είπες δεν έχει και πολύ μεγάλη σημασία για αυτή. Έτσι λέει. Δεν επιτρέπει και πολύ στις λέξεις να ζωντανεύουν και να ψηλώνουν περισσότερο από την ίδια. Ακόμα και στις στιγμές αδυναμίας της δεν θα τις χρησιμοποιήσει. Γι’ αυτό κάθε φορά που θα είσαι ειλικρινής μαζί της, σε πλήρη ευθεία με τη σκέψη σου έχει το θράσος να το προσπεράσει. Δεν κοστολογεί τα πράγματα, ούτε τα τιμολογεί όπως λέει. Θέλει μονάχα να βλέπει την αξία χρήσης τους. Να κολυμπά μα να στεγνώνει γρήγορα. Να χορεύει τα τραγούδια της χωρίς ταίρι. Το στοίχημα είναι αν θα ξανοιχτεί λίγο παραπάνω να τα βρείτε ή όχι. Το πόσο ηλιόλουστη είναι ,πόσο ενοχλητική σαν την άμμο στα ρούχα σου και μέσα σου, πόσο αληθινό είναι το όνομα της δεν έχει σημασία.
Εγώ πάντως διαφώνησα. Τι τα θέλεις αυτά τα μεγάλα λόγια και ασχολείσαι; Τέλος πάντων.


31.Ήταν πάντα για εσένα το ποτήρι αυτό.

Αν ήταν γυναίκα ή η ζωή δεν το κατάλαβες ακόμη. Ίσως δεν είχες χρόνο και δεν ρώτησες το όνομα της. Δεν είχες ξανασυναντήσει τέτοια γκόμενα και δεν ήξερες πώς να φερθείς. Δεν βοηθούσαν οι γενικοί κοινωνικοί οδηγοί αλλά ούτε και η συσσωρευμένη πείρα σου.
Σού έπιασε χωρίς συγκεκριμένο λόγο ή τουλάχιστον έτσι σου φάνηκε την κουβέντα. Μίλαγε τόσο απλά που το μόνο που σκεφτόσουνα είναι ότι πρέπει να καταγράψεις όσα σου λέει γιατί πρέπει να κρύβουν πολλά νοήματα και πράγματα. Επειδή δεν ήσουν σίγουρος για το πόσο θα κρατήσει έβαλες τα δυνατά σου να κατεβάσεις όλες τις μεθόδους τις ανατολής για να συγκεντρωθείς και να τα θυμάσαι αργότερα. Όλα όσα έλεγε ήταν γνωστά, κάτι σου θύμιζαν. Στην αρχή καταλάβαινες ότι έχετε πολλά κοινά ενδιαφέροντα και ότι κατά κάποιο τρόπο ζούσατε παράλληλα για χρόνια. Σε κάθε της φράση συναντούσες ένα παλιό εαυτό σου, μια δική σου ιστορία. Καμιά φορά νόμιζες ότι σε παρακολουθούσε μόνιμα γιατί ήσουν σίγουρος ότι κάποια πράγματα τα είχες πεί και τα είχες κάνει εσύ πρώτος. Ήταν τόσο σίγουρη γι αυτά που έλεγε που δεν θέλησες να την αμφισβητήσεις.
Ήθελες να την καλέσεις στο σπίτι σου. Να τη γνωρίσεις στο παρελθόν και στο παρόν σου, για να τους αποδείξεις πόσο τυχερός ήσουνα. Αυτή όμως δεν σού άφηνε τίποτε δεδομένο και εσύ ακόμα πιο πολύ προσπαθούσες να επιμηκύνεις τη συζήτηση μαζί της.
Σου είπε να περπατήσετε αν δε βαριέσαι και εσύ ξέχασες πονοκεφάλους και άλλα βάρη και πολύ το χάρηκες. Περπατούσατε σε κάτι σοκάκια της πόλης που οδηγούσανε μεγάλα ξανοίγματα και μιλούσατε με τις ώρες. Τα συνθήματα στους τοίχους κάθε τόσο ελάφραιναν τη κουβέντα. Λειτουργούσαν σαν τα διαλείμματα στο σχολείο που τόσο αγαπούσες. Κάτι τυχαίες χαμογελαστές επίσης ήταν αφορμή για σκασιαρχεία και πολύ σου άρεσε.
Περάσατε μέσα από κάτι ανοιχτές πλατείες και σου φαινότανε τόσο όμορφες που υπάρχουν στην πόλη σου. Στα σιντριβάνια καθότανε κόσμος και γέλαγε με τα περιστέρια και τα σπουργίτια. Μια μεγάλη διαφήμιση για μια ταινία με καρτούν σου θύμισε εμένα, τον τζέημς Μποντ που αγάπησες, τον παλιό σου φίλο και εγώ ξεπήδησα σε μια κοντή ταράτσα και σου έκλεισα το μάτι χαμογελώντας. Αλλά μέχρι εκεί. Κουβέντα δεν είπαμε.
Ήθελες να της τραβήξεις την προσοχή αλλά δεν έβρισκες κάτι άλλο να πεις παρά μονάχα για το παρελθόν σου. Όταν μιλούσες για τις γυναίκες της ζωή σου αυτή χαμογέλαγε και δεν τη πείραζε καθόλου. Κόλλαγε μόνο σε κάτι λεπτομέρειες του στυλ «ξόδευες πολλά για να την ταΐσεις» ή «σε όλους αρέσουνε τα δώρα αλλά σε αυτή περισσότερο». Κάποιες ιστορίες σου έδειχναν να τις αρέσουν και κάποιες όχι. Όταν άρχισε να σουρουπώνει άρχισες να τις λες για κάποια σχέδια σου και αυτή είτε επειδή κρύωνε, είτε επειδή βαριότανε τυλίχτηκε πάνω σού και διέκοπτε με οτιδήποτε παρατηρούσε. Το κατάλαβες και ξεστράτισες από αυτά. Της ζήτησες με ένα κάπως απότομο τρόπο αν θέλει να έλθει σπίτι σου χωρίς να σκεφτείς τις συνέπειες. Εκείνη δέχτηκε κάνοντας το ίδιο.
Στο σπίτι κάτσατε στον καναπέ, εσύ έβαλες ένα ουίσκι να πιεις και αυτή με θράσος ανακάτευε τα πράγματα σου. Ήταν σαν να ζούσε χρόνια κρυφά στο σπίτι σου. Πήγαινε κατευθείαν σε ότι σου άρεσε, σε κάποια αγαπημένα σι ντι, κοίταγε επίμονα κάποια αγαπημένα κάδρα με φωτογραφίες και αφίσες, ξεφύλλισε μόνο τα αγαπημένα σου βιβλία. Δεν σε πείραζε. Από ένα σημείο και μετά δεν μίλαγες και την παρατηρούσες. Άνοιξε τα συρτάρια του γραφείου σου και έβγαλε κάτι παλιά σημειωματάρια σου. Ήθελες να της πεις «όχι αυτά» αλλά δεν είπες τίποτα. Έκατσε στη θέση σου, διάβασε μερικά, άλλοτε γέλαγε άλλοτε ήταν έτοιμη να κλάψει και κάποιες φορές γύριζε απότομα σελίδες που λίγο ήθελε και θα τις έσκιζε.
Άρχισε να σε επισκέπτεται εκείνος ο γνωστός πονοκέφαλος που ελέγχεις αλλά δεν είπες τίποτα και έβαλες ένα ακόμα ουίσκι να πιεις. Αυτή η σιωπή σε νύσταξε και χωρίς να καταλάβεις κάποια στιγμή ήσουν έτοιμος να κοιμηθείς. Θυμάσαι μόνο ότι σου είπε «κοιμήσου. Έτσι και αλλιώς χορτάτος είσαι από ζωή». Σε σκέπασε και εσύ ενώ δεν ήθελες αποκοιμόσουν σιγά σιγά σε μια ζεστασιά πρωτόγνωρη. Ο πονοκέφαλος είχε πάρει δρόμο και νόμιζες ότι ακόμα την άκουγες να περπατάει στο σπίτι σου, πίσω από τους ήχους των αγαπημένων σου τραγουδιών να μουρμουρίζει και αυτή όσα ξέρει.
32.Ένας τυχαίος θάνατος...

Το πρωί που σηκώθηκες δεν ήταν εκεί. Πρέπει να έφυγε κάποια στιγμή το βράδυ και είχε αφήσει την πόρτα ανοιχτή. Πέρασε ο γείτονας και σου είπε καλημέρα κάνοντας καζούρα για τη χθεσινή βραδιά. Είχες αφήσει τα κλειδιά έξω από την πόρτα. Κοίταξες τριγύρω στα ανακατεμένα πράγματα αλλά δεν βρήκες κάποιο σημείωμα, ένα σημάδι. Έφυγε και δεν άφησε τίποτα πίσω. Σάστισες και έφερες τον πονοκέφαλο από μόνος σου στην παρέα. Πήγες να φτιάξεις καφέ και να καπνίσεις στην κουζίνα. Ήσουν εκνευρισμένος αλλά και λίγο χαρούμενος για το όλο χθεσινό περιστατικό. Στην αρχή σε κέρδισαν τα νέυρα.
Είναι νεκρή. Δεν χρειάστηκε τίποτα άλλο από μια σφαίρα ανειλικρίνειας προς εσένα. Το γεγονός ότι δεν έχεις πια τίποτα να πεις δεν απόδειξε μόνο τη φτήνια των λέξεων της αλλά και την αδυναμία να κοιτάξεις στον κήπο του εαυτού σου. Είναι πολύ σκληρό το να μπορείς να μετρήσεις τα χρόνια που περάσατε σε μια κόλλα χαρτί. Ο πιο ρηχός εαυτός σου, αυτός που βρίσκεται πιο κοντά στο στόμα, εύχεται με κάθε δυνατή προσευχή να το δει, να το πάθει, να βρεθεί αντιμέτωπη με ότι θαρρείς ότι ήταν τόσο απλό. Να προδώσει τον εαυτό της. Ο άλλος, αυτός που στέκεται μονάχα με κλειστό το στόμα χαρακώνει με το βλέμμα σου αυτή τη θλίψη που σε κυρίευε. Κρατά βαθιά την πληγή απέναντι στο χρόνο. Δεν έχεις τίποτα να αποδείξεις παρά μόνο να συνεχίσεις να ζεις. Αλλά και αυτό το αμφισβητείς καμιά φορά. Έτσι και αλλιώς ήταν και αυτή ένα κομμάτι μιας περαστικής και τυχαίας βραδιάς. Είχες ζήσει τόσες και τόσες. Μετά προσπάθησες να θυμηθείς το πρόσωπο και τη φωνή της αλλά οι γυναίκες της ζωής σου δεν σε αφήνανε και μπαίνανε συνέχεια μπροστά. Ηρέμησες, ρούφηξες και την τελευταία τζούρα του τσιγάρου σου και μιας που δεν ήταν κανένας εκεί το πέταξες κάτω και το έσβησες πατώντας το με ευχαρίστηση. Γέλασες γιατί αισθάνθηκες νέος σαν ήσουν στο δρόμο που πάντα σου άρεσε.
Όλα αυτά, τα πλούσια, τα φτωχά, τα άγρια αντίδωρα της σκέψης σου ήταν που σε γέμισαν. Ήταν αυτά που κράταγαν φυλακισμένο τον καρκίνο που έχεις στο κεφάλι σου μα και αυτά που τον θρέφανε. Δεν ήταν ο καρκίνος που επισκεπτότανε με αυτούς τους ανυπόφορους πονοκεφάλους αλλά όλα αυτά, τα πλούσια , τα φτωχά, τα άγρια αντίδωρα της σκέψης. Όλες αυτές οι μορφές στρεβλές ή όχι, οι εικόνες της ζωής σου. Όλες οι αισθήσεις που αποθήκευσες σε κάθε βήμα, σε κάθε πράξη, σε οτιδήποτε υπήρχες και ‘συ.
Δεν ξύπνησες το πρωί με ελαφρύ κεφάλι και πιασμένο σώμα. Δεν τεντώθηκες, δεν απέκτησες αμέσως εφηβική όρεξη. Δεν έφτιαξες καφέ, δεν ξύπνησες την φίλη σου με φιλιά και χάδια. Ήσουν μόνος από επιλογή. Σήμερα δεν πέρασε καμία σκέψη στο μυαλό σου . Ήσουν εσύ «με το διαβατήριο στο στόμα» που συνήθιζες να λες. Στο τέλος λένε θα δεις όλη σου τη ζωή να περνάει από μπροστά σου. Είτε συμπύκνωσες σε δυο δεύτερα τη ζωή σου είτε έζησες τόσο λίγο. Αυτό όμως πια δεν είχε και πολλή σημασία ή μάλλον δεν δίνεις εσύ. Δεν σε νοιάζει το τι πήραν από εσένα πια. Απλά σε ενοχλεί ακόμη όταν λένε ότι τους τα χάρισες. Δεν βρήκες καμιά φράση, καμιά λέξη να χωρέσεις τη ζωή που πέρασε.
Ξανασκέφτηκες τη λέξη αντίδωρο και ασχολήθηκες λίγο μαζί της. Τα αποτελέσματα δεν ήταν αυτά που περίμενες αλλά εκτίμησες την προσπάθεια. θετικά ή αρνητικά δεν έχει και πολλή σημασία ή μάλλον δεν δίνεις εσύ. Ο πονοκέφαλος σταμάτησε οριστικά. Ο καρκίνος σε κέρδισε οριστικά και για τους υπόλοιπους ξέρεις μονάχα ότι θα ζήσεις μια δυο μέρες διασωληνομένος και άλλες τόσες σε περαστικές σκέψεις. Είσαι νεκρός και το ξέρεις. «Πολλά φιλιά και καληνύχτα» ήθελες να πεις αλλά δεν το πες. Ζωγράφισες αυτόν τον καημό στο πρόσωπο σου αλλά δεν θα μάθεις ποτέ πως εξηγήθηκε.



33.Τι Επικήδειος λόγος, τι επιθανάτιος ρόγχος, τι σημασία έχει;

Μου είπαν κάτι φίλοι ότι σε μια σελίδα μιας παλιάς τοπικής αγωνιστικής εφημερίδας δίπλα από μια φωτογραφία ενός πολύ κομψού άντρα υπήρχε ένας τίτλος. Έφυγε ο σύντροφος, ο φίλος, ο άνθρωπος και πολλές τελίτσες. Από κάτω ακριβώς υπήρχε εκτενές ρεπορτάζ. Εσύ ήσουν.
Όλοι οι φίλοι, οι σύντροφοι και γνωστοί μαζεύτηκαν να τον αποχαιρετήσουν. Ήταν σαν ήταν εκεί και αυτός. Σαν να μην το κέρδισε η «παλιοαρρώστεια» όπως την έλεγε καμιά φορά, η γνωστή επάρατος νόσος που τόσο καλά έκρυβε από όλους. Χωρίς τυμπανοκρουσίες και παπαδαριά όπως είπε και κάποιος στενός του φίλος. Έζησε τα χρόνια του γεμάτα και καλά. Ήταν πάντα εκεί σε ότι τον χρειαζόσουν, πάντα καυστικός και ευθύβολος, με την γοητευτική του θρασύτητα να τον ακολουθεί. Παραθέτουμε κάποια λόγια από τους συνδαιτυμόνες της χθεσινής μέρας.
«Φίλε θα μας λείψεις, ειδικά εμένα που δεν θα έχω κάποιο να μου τα χώνει και να μου τη λέει, να με φωνάζει σαν να είμαι δέκα χρονών αλλά να ξέρω ότι με αγαπάει και ότι θα είναι εκεί όταν τον χρειάζομαι».
«Γεια σου φίλε και σύντροφε και καλά να περνάς. Εμείς δεν θα σε ξεχάσουμε γιατί δεν θέλουμε αλλά ούτε και γίνεται.»
«Θα μιλήσω σαν και εσένα. Μου έλεγες ότι ήμουν πρωταγωνίστρια στο έργο της ζωή σου και παρόλο που ποτέ δεν ήμουν σίγουρη για αυτό, δεν μετάνιωσα ποτέ που είχα ρόλο σε αυτήν την παράσταση. Είχες το διαβατήριο στο στόμα εδώ και καιρό αλλά πάντα ήθελες να αφήνεις κάτι πίσω, την αίσθηση ότι εδώ τριγύρω θα είσαι, αν χρειαστώ κάτι να φωνάξω.»
« Η πλάκα, ο χαβαλές, οι χαρές και οι λύπες που περάσαμε μαζί είναι το βιβλίο που δεν κατάφερες να εκδόσεις. Και αυτό το βιβλίο είναι από τα αγαπημένα μου. Εσύ έλεγες ότι τα περισσότερα βιβλία πρέπει να κοστίζουν όσο το βάρος τους. Πολύ λίγα μετριούνται με την αξίες των λέξεων που φιλοξενούν. Αυτό το βιβλίο δεν μπορεί να φιλοξενήσει λέξεις αλλά πίστεψε με αξίζει περισσότερα. Για μένα, δεν τα παράτησες ποτέ, απλά άλλαξες μορφές πάλης όπως έλεγες.» σημείωσε ο υποψήφιος βουλευτής και νυν δήμαρχος του κυβερνητικού σχήματος που ήταν και παλιός φίλος. Τελευταίος μίλησε ο γιος του.
«Μπαμπά γεια σου. Η μαμά στενοχωριότανε όταν χωρίσατε αλλά μου είπε να μην το πω. Εγώ δεν τα ήξερα όλα αυτά για εσένα που λένε οι υπόλοιποι αλλά και εσύ δεν ξέρεις πράγματα που ξέρω εγώ. Βέβαια ήξερες πιο πολλά από εμένα. Στενοχωρήθηκα πολύ που πέθανες αλλά εγώ θα σε θυμάμαι και θα έχω όλα αυτά που μου είπες να κρατήσω. Ότι είπαμε θα μείνει μεταξύ μας, στο υπόσχομαι. Μπερδεύτηκα λίγο αλλά θα δώ τι θα κάνω και θα προσπαθήσω...»
Η τελευταία σύντροφος της ζωής στου άφησε συμβολικά ένα μπουκάλι ουίσκι, ένα λουλούδι και ένα καινούριο σημειωματάριο δίπλα από της στάχτες του δίχως να πει τίποτα.
Εσύ πάντως αν ήσουν εκεί θα φρόντιζες να λείπεις γιατί δεν σου άρεσαν αυτά και όσο μπορούσες απέφευγες να μπλέκεις με παλιοϊστορίες όπως έλεγε και ένα τραγούδι που σου άρεσε αλλά δεν ήταν και από τα αγαπημένα σου. Εγώ αν ήμουν θα έκανα πάρτι.









 
...ΠΟΝΟΚΕΦΑΛΟΣ... ◄Design by Pocket, BlogBulk Blogger Templates